κᾱρύσσω , Dor. for κηρύσσω . καρυστεῖναι: κεκραγέναι ( Lacon. ), Hsch. καρυτίζομαι , = εὐφραίνομαι , Id. κᾱρύσσω, Dor. forκηρύσσω.καρυστεῖναι: κεκραγέναι( Lacon. ), Hsch. καρυτίζομαι, A. = εὐφραίνο
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κᾱρύσσω , Dor. for κηρύσσω . καρυστεῖναι: κεκραγέναι ( Lacon. ), Hsch. καρυτίζομαι , = εὐφραίνομαι , Id. κᾱρύσσω, Dor. forκηρύσσω.καρυστεῖναι: κεκραγέναι( Lacon. ), Hsch. καρυτίζομαι, A. = εὐφραίνο