καταφᾰγᾶς , ᾶ , ὁ , v. κατωφαγᾶς . καταφᾰγᾶς,ᾶ,ὁ, A. v. κατωφαγᾶς .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
καταφᾰγᾶς , ᾶ , ὁ , v. κατωφαγᾶς . καταφᾰγᾶς,ᾶ,ὁ, A. v. κατωφαγᾶς .
καγκύλη , ἡ , Aeol. for κηκίς , Hsch. καγρᾶ<ς>: καταφαγᾶς (Salam.), Id. (prob.l.). καγκύλη,ἡ, Aeol. forκηκίς, Hsch. καγρᾶ<ς>: καταφαγᾶς(Salam.), Id. (prob.l.).