κυνοῦπες: ἄρκτοι ( -τος cod.) ( Maced. ), Hsch. (Fort. κυνουπεύς, = κνουπεύς, κνωπεύς .) κυνοῦπες: ἄρκτοι(-τοςcod.) ( Maced. ), Hsch. (Fort.κυνουπεύς, A. = κνουπεύς, κνωπεύς .)
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κυνοῦπες: ἄρκτοι ( -τος cod.) ( Maced. ), Hsch. (Fort. κυνουπεύς, = κνουπεύς, κνωπεύς .) κυνοῦπες: ἄρκτοι(-τοςcod.) ( Maced. ), Hsch. (Fort.κυνουπεύς, A. = κνουπεύς, κνωπεύς .)