κοροκότας or κορμ-κόττας , v. κροκόττας . κοροκόταςorκορμ-κόττας, A. v. κροκόττας .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κοροκότας or κορμ-κόττας , v. κροκόττας . κοροκόταςorκορμ-κόττας, A. v. κροκόττας .