κόχλαξ , ᾱκος , ὁ , = κάχληξ , LXX 1 Ki. 14.14 , Dsc. 2.70 (pl.), Apollod. Poliorc. 139.12 . = λίθος μυλίτης , Gal. 19.118 . κόχλαξ,ᾱκος,ὁ, A. = κάχληξ , LXX 1 Ki. 14.14 , Dsc. 2.70 (pl.), Apollod.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κόχλαξ , ᾱκος , ὁ , = κάχληξ , LXX 1 Ki. 14.14 , Dsc. 2.70 (pl.), Apollod. Poliorc. 139.12 . = λίθος μυλίτης , Gal. 19.118 . κόχλαξ,ᾱκος,ὁ, A. = κάχληξ , LXX 1 Ki. 14.14 , Dsc. 2.70 (pl.), Apollod.
exultingly, gaily χλᾱρός,ά,όν, only Pi. P. 9.38 χλᾱρὸν( A. v.l. χλιαρόν )γελάσσαιςto laughexultingly, gaily(fort.χλοαρόν); but Hsch. hasχλαρόν: κόχλαξ;also, = ῥυπαρόν, λεπτόν, τρυχαλέον, ὠχρόν , an