λεδδά: ἡ ἐξοχὴ τῶν πτερνῶν , Hsch. ; cf. λεάδα . λεδρεῖται: φροντίζει, θέλει, βούλεται , Id. λέη: ὁμοίως , Id. λεδδά: ἡ ἐξοχὴ τῶν πτερνῶν, Hsch. ; cf.λεάδα.λεδρεῖται: φροντίζει, θέλει, βούλεται, Id.λέ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λεδδά: ἡ ἐξοχὴ τῶν πτερνῶν , Hsch. ; cf. λεάδα . λεδρεῖται: φροντίζει, θέλει, βούλεται , Id. λέη: ὁμοίως , Id. λεδδά: ἡ ἐξοχὴ τῶν πτερνῶν, Hsch. ; cf.λεάδα.λεδρεῖται: φροντίζει, θέλει, βούλεται, Id.λέ