λαξός , v. λαοξόος . λαξπάτητος , v. λακπάτητος . λαξός, A. v. λαοξόος .λαξπάτητος, v. λακπάτητος .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λαξός , v. λαοξόος . λαξπάτητος , v. λακπάτητος . λαξός, A. v. λαοξόος .λαξπάτητος, v. λακπάτητος .