μοριφόν: σκοτεινόν, μέλαν , Hsch. μόρμη: χαλεπή, ἐκπληκτική , Id. μορμίλλων , v. μερμίλλων . μόρμοι: φόβοι κενοί , Id. μοριφόν: σκοτεινόν, μέλαν, Hsch. μόρμη: χαλεπή, ἐκπληκτική, Id.μορμίλλων, A. v
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μοριφόν: σκοτεινόν, μέλαν , Hsch. μόρμη: χαλεπή, ἐκπληκτική , Id. μορμίλλων , v. μερμίλλων . μόρμοι: φόβοι κενοί , Id. μοριφόν: σκοτεινόν, μέλαν, Hsch. μόρμη: χαλεπή, ἐκπληκτική, Id.μορμίλλων, A. v
mirmillo (murmillo μερμίλλων,ωνος,ὁ,=Lat. A. mirmillo (murmillo), a light-armed gladiator, CIG 3392 (Smyrna);μορμίλλων, pl. -ονες, IG 12(8).547 (Thasos);μουρμίλλων, CIG 2889 (Milet.);μυρμύλλων, IGRom