πακτά , παιων-τίς , παιων-τός , v. πηκτή, -τίς, -τός . πακτά,παιων-τίς,παιων-τός, A. v. πηκτή, -τίς, -τός .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πακτά , παιων-τίς , παιων-τός , v. πηκτή, -τίς, -τός . πακτά,παιων-τίς,παιων-τός, A. v. πηκτή, -τίς, -τός .
πηκτή , Dor. πακτά , ἡ , v. πηκτός . πηκτή, Dor. πακτά,ἡ, A. v. πηκτός .
stuck in, fixed πηκτός,ή,όν, Dor. πᾱκτός,ά,όν, ( A. πήγνυμι 1 )stuck in, fixed, ἔγχος ἐν χθονί S. Aj. 907 ;π. θάνατος, of the death of Ajax, Trag.Adesp. 255 . 2. planted, opp. raised from seed