σάρητον , τό ,= σάραπις (garment), S. Fr. 135 ( v.l. σαλητόν ). σάρητον,τό,=σάραπις(garment), S. Fr. 135 ( A. v.l. σαλητόν ).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σάρητον , τό ,= σάραπις (garment), S. Fr. 135 ( v.l. σαλητόν ). σάρητον,τό,=σάραπις(garment), S. Fr. 135 ( A. v.l. σαλητόν ).
σάλη , Dor. σάλα , ἡ , = φροντίς (cf. σάλος 11.2 ), Hsch. , Phot. , EM 151.47 : also σαλέη , Hsch. both σαλέη and σάλη = βλάβη , Id. σαλητόν , v. σάρητον . σάλη, Dor. σάλα,ἡ, A. = φροντίς (cf. σάλο