σκινθαρίζω , σκινθίζομαι , v. σκίνδαρος . σκινθαρίζω,σκινθίζομαι, A. v. σκίνδαρος .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σκινθαρίζω , σκινθίζομαι , v. σκίνδαρος . σκινθαρίζω,σκινθίζομαι, A. v. σκίνδαρος .
σκανθᾰρίζω ,= σκινθαρίζω , Poll. 9.122 , 126 . σκανθᾰρίζω,=σκινθαρίζω, Poll. 9.122 , 126 .
an indecent gesture σκίνδᾰρος,ὁ, A. an indecent gesture, Hsch. , Phot. : hence the verbsσκινδᾰρεύομαι,σκινθᾰρίζω,σκινθίζομαι, Hsch.