σμυδρός: διάπυρος σίδηρος , Hsch. (i.e.= μύδρος ). σμυκτήρ: ὁ μυκτήρ , Id. σμυδρός: διάπυρος σίδηρος, Hsch. (i.e.=μύδρος).σμυκτήρ: ὁ μυκτήρ, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σμυδρός: διάπυρος σίδηρος , Hsch. (i.e.= μύδρος ). σμυκτήρ: ὁ μυκτήρ , Id. σμυδρός: διάπυρος σίδηρος, Hsch. (i.e.=μύδρος).σμυκτήρ: ὁ μυκτήρ, Id.