στυφαλμεῖν: σκυβαλίζειν , Hsch. στυφᾶν: βροντᾶν , Id. στυφεδανός , ὁ , v. τυφεδανός . στυφαλμεῖν: σκυβαλίζειν, Hsch. στυφᾶν: βροντᾶν, Id.στυφεδανός,ὁ, A. v. τυφεδανός .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
στυφαλμεῖν: σκυβαλίζειν , Hsch. στυφᾶν: βροντᾶν , Id. στυφεδανός , ὁ , v. τυφεδανός . στυφαλμεῖν: σκυβαλίζειν, Hsch. στυφᾶν: βροντᾶν, Id.στυφεδανός,ὁ, A. v. τυφεδανός .
stupid, τῡφεδ-ᾰνός,ή,όν, (τῦφος) A. stupid, Ar. V. 1364 (στυφεδανός,in error, Suid. ).