στυφαλμεῖν: σκυβαλίζειν , Hsch. στυφᾶν: βροντᾶν , Id. στυφεδανός , ὁ , v. τυφεδανός . στυφαλμεῖν: σκυβαλίζειν, Hsch. στυφᾶν: βροντᾶν, Id.στυφεδανός,ὁ, A. v. τυφεδανός .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
στυφαλμεῖν: σκυβαλίζειν , Hsch. στυφᾶν: βροντᾶν , Id. στυφεδανός , ὁ , v. τυφεδανός . στυφαλμεῖν: σκυβαλίζειν, Hsch. στυφᾶν: βροντᾶν, Id.στυφεδανός,ὁ, A. v. τυφεδανός .