λυκίσκος: ἡ μὴ ἔχουσα ἀξονίσκον τροχαλία, τρῆμα δὲ μόνον, ἢ ἄνοδος δόματος , Hsch. λῠκοβᾰτίας δρυμός: ἐν ᾧ οἱ λύκοι διατρίβουσι , Id. (post λυκαιχλίας ). λυκίσκος: ἡ μὴ ἔχουσα ἀξονίσκον τροχαλία, τρῆμ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λυκίσκος: ἡ μὴ ἔχουσα ἀξονίσκον τροχαλία, τρῆμα δὲ μόνον, ἢ ἄνοδος δόματος , Hsch. λῠκοβᾰτίας δρυμός: ἐν ᾧ οἱ λύκοι διατρίβουσι , Id. (post λυκαιχλίας ). λυκίσκος: ἡ μὴ ἔχουσα ἀξονίσκον τροχαλία, τρῆμ
ease τροχειλέαprob. in PLond. 3.1177.216 (ii A. D.);τροχαλία, Arist. Mech. 853a36 , b2 ;τροχηλιά(oxyt.), Thphr. HP 4.3.5 , Gal. UP 7.14 (as v.l.);τροχελλέα, POxy. 502.35 (ii A. D.);τροχιλλέα, BGU 11