τύσσει: ἱκετεύει, Hsch. τυτάνη , ἡ , v. τυκάνη. τύσσει: ἱκετεύει, Hsch. τυτάνη,ἡ, A. v. τυκάνη.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τύσσει: ἱκετεύει, Hsch. τυτάνη , ἡ , v. τυκάνη. τύσσει: ἱκετεύει, Hsch. τυτάνη,ἡ, A. v. τυκάνη.