φῡκίς , ἡ , v. φύκης. φῡκίς,ἡ, A. v. φύκης.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
φῡκίς , ἡ , v. φύκης. φῡκίς,ἡ, A. v. φύκης.
φῡκίδιον , τό , Dim. of φυκίς, AP 5.184 ( Ascl. ), PCair.Zen. 66.14 (iii B. C.) . φῡκίδιον,τό, Dim. of φυκίς, AP 5.184 ( Ascl. ), PCair.Zen. 66.14 (iii B. C.).
λελᾰβέσθαι , v. λαμβάνω . λελάθῃ , λελάθοντο , λελαθέσθαι , v. λανθάνω . λέλᾱκα , λελάκοντο , λελᾰκυῖα , v. λάσκω . λέλαμμαι , v. λαμβάνω, λέπω . λέλασμαι , v. λανθάνω . λελάχητε , λελάχωσι , v. λαγχά
seaweed, wrack, φῦκος,εος,τό, A. seaweed, wrack, Il. 9.7 ;ὄστρεια . . φῦκος ἠμφιεσμένα Alex. 110.2 ; differing fromβρύονin size, Arist. HA 603a17 , cf. Thphr. HP 4.6.2 : Ep. dat. pl. φύκεσσι Alcm.