ἔλανος: ἰκτῖνος , Hsch. ἐλαολόγος , ἐλαοφόρος , v. ἐλαιο- . ἐλάπεδον: τέμενος , Id. ἔλανος: ἰκτῖνος, Hsch. ἐλαολόγος,ἐλαοφόρος, A. v. ἐλαιο- .ἐλάπεδον: τέμενος, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἔλανος: ἰκτῖνος , Hsch. ἐλαολόγος , ἐλαοφόρος , v. ἐλαιο- . ἐλάπεδον: τέμενος , Id. ἔλανος: ἰκτῖνος, Hsch. ἐλαολόγος,ἐλαοφόρος, A. v. ἐλαιο- .ἐλάπεδον: τέμενος, Id.
olive-gatherer ἐλαιο-λόγος, Att. ἐλαολόγος,ον, (λέγω A. olive-gatherer, Ar. V. 712 .