βανθῶσαι: σκοτοδινιᾶσαι, Hsch. βάνισος: εἶδος θυμιάματος, Id. βανκόν: μωρόν, Id. βάννας: βασιλεύς (Ital.), Id. βαννάται: αἱ λοξοὶ ὁδοί ( Tarent. ); also βάννατροι , Id. βάννεια and βάννιμα , τά , = ἄρ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βανθῶσαι: σκοτοδινιᾶσαι, Hsch. βάνισος: εἶδος θυμιάματος, Id. βανκόν: μωρόν, Id. βάννας: βασιλεύς (Ital.), Id. βαννάται: αἱ λοξοὶ ὁδοί ( Tarent. ); also βάννατροι , Id. βάννεια and βάννιμα , τά , = ἄρ