βανθῶσαι: σκοτοδινιᾶσαι,
Hsch.
βάνισος: εἶδος θυμιάματος,Id.βανκόν: μωρόν,Id.βάννας: βασιλεύς(Ital.), Id.βαννάται: αἱ λοξοὶ ὁδοί( Tarent. ); alsoβάννατροι, Id.βάννειαandβάννιμα,τά,
A.
= ἄρνεια , Id.βανοί: τέχναι,Id.βανόν: λεπτόν,Id.βάνος: κλάσμα, μωρός, καὶ τυφλός,Id.βανούς: ὄρη στρογγύλα,Id.βανύσει: μωραίνει, ἐπιμαίνεται,Id.