ἀάβακτοι: ἀβλαβεῖς, Hsch. ; cf. ἀάβηκτον: μέλαν, ἀβλαβές, Et.Gud. ( -βυκτον Cyr. ) ἀάβακτοι: ἀβλαβεῖς, Hsch. ; cf.ἀάβηκτον: μέλαν, ἀβλαβές, Et.Gud.( A. -βυκτον Cyr. )
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀάβακτοι: ἀβλαβεῖς, Hsch. ; cf. ἀάβηκτον: μέλαν, ἀβλαβές, Et.Gud. ( -βυκτον Cyr. ) ἀάβακτοι: ἀβλαβεῖς, Hsch. ; cf.ἀάβηκτον: μέλαν, ἀβλαβές, Et.Gud.( A. -βυκτον Cyr. )