ἀάβακτοι: ἀβλαβεῖς,
Hsch. ; cf.ἀάβηκτον: μέλαν, ἀβλαβές, Et.Gud.(
A.
-βυκτον
Cyr.
)
ἀάβακτοι: ἀβλαβεῖς, Hsch. ; cf. ἀάβηκτον: μέλαν, ἀβλαβές, Et.Gud. ( -βυκτον Cyr. )
ἀάβακτοι: ἀβλαβεῖς,
Hsch. ; cf.ἀάβηκτον: μέλαν, ἀβλαβές, Et.Gud.(
A.
-βυκτον
Cyr.
)