ἀλεάζω (B) : κρύπτειν, ἢ προβάλλειν, καὶ εἴργειν, ἀφανίζειν , and -άζων: δικαζόμενος , Hsch. ἁλεάζω: ἀθροίζω , Id.; cf. ἁλής, ἁλία . ἀλεάζω(B): κρύπτειν, ἢ προβάλλειν, καὶ εἴργειν, ἀφανίζειν, and-άζων
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀλεάζω (B) : κρύπτειν, ἢ προβάλλειν, καὶ εἴργειν, ἀφανίζειν , and -άζων: δικαζόμενος , Hsch. ἁλεάζω: ἀθροίζω , Id.; cf. ἁλής, ἁλία . ἀλεάζω(B): κρύπτειν, ἢ προβάλλειν, καὶ εἴργειν, ἀφανίζειν, and-άζων
to be warm ἀλεάζω(A), A. to be warm, Arist. Pr. 863b22 , Resp. 472b4 ; trans., = θερμαίνω , Gal. 19.73 , Hsch.