ἀλεάζω(B): κρύπτειν, ἢ προβάλλειν, καὶ εἴργειν, ἀφανίζειν, and-άζων: δικαζόμενος, Hsch.
ἁλεάζω: ἀθροίζω, Id.; cf.ἁλής, ἁλία.
ἀλεάζω (B) : κρύπτειν, ἢ προβάλλειν, καὶ εἴργειν, ἀφανίζειν , and -άζων: δικαζόμενος , Hsch. ἁλεάζω: ἀθροίζω , Id.; cf. ἁλής, ἁλία .
ἀλεάζω(B): κρύπτειν, ἢ προβάλλειν, καὶ εἴργειν, ἀφανίζειν, and-άζων: δικαζόμενος, Hsch.
ἁλεάζω: ἀθροίζω, Id.; cf.ἁλής, ἁλία.