Κυνόφαλοι , οἱ , name of a tribe at Corinth, Com.Adesp. 1360 . Κυνόφαλοι,οἱ, name of a tribe at Corinth, Com.Adesp. 1360 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
Κυνόφαλοι , οἱ , name of a tribe at Corinth, Com.Adesp. 1360 . Κυνόφαλοι,οἱ, name of a tribe at Corinth, Com.Adesp. 1360 .
κωλήβη: μήποτε ὁ λάσταυρος: κώληβοι γὰρ οἱ ταῦροι , Phot. κωλήβη: μήποτε ὁ λάσταυρος: κώληβοι γὰρ οἱ ταῦροι, Phot.
λάαγες: οἱ χλωροὶ βάτραχοι , Cyr. λάαγες: οἱ χλωροὶ βάτραχοι, Cyr.
λααν: . . καὶ θυλάκιον, ἐν ᾧ οἱ ἡνίοχοι τὰς μάστιγας ἀποτίθενται , Hsch. , cf. Poll. 7.116 (where the same thing is called σάργαλος ). λααν:. .καὶ θυλάκιον, ἐν ᾧ οἱ ἡνίοχοι τὰς μάστιγας ἀποτίθενται, H
λαίβα: ἀσπίς, τρίβων, πέλτη , Hsch. λαίγματα: πέμματα, οἱ δὲ σπέρματα, ἱερὰ ἀπάργματα , Id., cf. Cyr. , Phot. ( λάγμ -); v. λαῖμα . λαίβα: ἀσπίς, τρίβων, πέλτη, Hsch. λαίγματα: πέμματα, οἱ δὲ σπέρματ
λακεδάμα: ὕδωρ ἁλμυρὸν ἁλσὶ πεποιημένον, ὃ πίνουσιν οἱ τῶν Μακεδόνων ἀγροῖκοι , Hsch. λακεδάμα: ὕδωρ ἁλμυρὸν ἁλσὶ πεποιημένον, ὃ πίνουσιν οἱ τῶν Μακεδόνων ἀγροῖκοι, Hsch.
λακοπεῖν: πυνθάνεσθαι ; λακόπιον: πυθίον ; λάκοποι: ἀρχή τις, ἔνθα οἱ κλέπται κρίνονται , Hsch. λάκος: ἦχος, ψόφος , Id. λακοπεῖν: πυνθάνεσθαι;λακόπιον: πυθίον;λάκοποι: ἀρχή τις, ἔνθα οἱ κλέπται κρίνο
λαρυδοί: στῦλοι οἱ ἐν τῷ ἀρότρῳ , Hsch. λαρύζει: βοᾷ, ἀπὸ τοῦ λάρυγγος , Id. λαρυδοί: στῦλοι οἱ ἐν τῷ ἀρότρῳ, Hsch. λαρύζει: βοᾷ, ἀπὸ τοῦ λάρυγγος, Id.
ληϊτοάρχαι: οἱ καθηγούμενοι τῶν θυσιῶν καὶ ἑστιάσεων, καὶ ἀρχαὶ καὶ ἱερεῖς , Hsch. (Cf. λῄταρχος .) ληϊτοάρχαι: οἱ καθηγούμενοι τῶν θυσιῶν καὶ ἑστιάσεων, καὶ ἀρχαὶ καὶ ἱερεῖς, Hsch. (Cf.λῄταρχος.)
λίγδα , v. λίγδος 111 . λιγδαρεοχύται: οἱ ἐν ταῖς λίγδαις τὰς <ς>άρκας χέοντες, τουτέστι χοάναις , Hsch. λιγδεύει: ἀπηθεῖ , Id. λίγδα, A. v. λίγδος 111 .λιγδαρεοχύται: οἱ ἐν ταῖς λίγδαις τὰς <ς>άρκ
Λῑμοδωριεῖς , οἱ , name given to colonists driven by famine from Peloponnesus, Hsch. Λῑμοδωριεῖς,οἱ, name given to colonists driven by famine from Peloponnesus, Hsch.
λῐνο-κάρυκες: οἱ τὰ λινὰ πωλοῦντες , Hsch. λῐνο-κάρυκες: οἱ τὰ λινὰ πωλοῦντες, Hsch.
λῐνο-τόμοι: οἱ τὰ λίνα διατέμνοντες καὶ ὑγιῆ δεικνύντες , i.e. conjurers, Hsch. λῐνο-τόμοι: οἱ τὰ λίνα διατέμνοντες καὶ ὑγιῆ δεικνύντες, i.e. conjurers, Hsch.
to have the hiccup λύζω,aor. A. ἔλυγξα Gal. 15.846 :—to have the hiccup, Hp. Morb. 3.10 . II. sob violently, from fear or cold, οἱ φοβούμενοι καὶ οἱ ῥιγοῦντες λύζουσιν Arist. Pr. 962b33 ; λ. κα
μάδεγμα: δέλεαρ, πρόβλημα, οἱ δὲ μάδεγμα: δέλεαρ, πρόβλημα, οἱ δὲ
μαζῶνες , οἱ , those who celebrated a festival of Dionysus at Phigalea, Harmod. 1 , cf. IG 5(2).178 ( Tegea ). μαζῶνες,οἱ, those who celebrated a festival of Dionysus at Phigalea, Harmod. 1 , cf. IG 5
μακρό-κρᾱνοι , οἱ , = μακροκέφαλοι , Apollod. ap. Tz. H. 7.763 . μακρό-κρᾱνοι,οἱ, A. = μακροκέφαλοι , Apollod. ap. Tz. H. 7.763 .
μάραγοι: οἱ ἀπόκρημνοι τόποι , Hsch. μάραγοι: οἱ ἀπόκρημνοι τόποι, Hsch.
μενάσσει: μολύνει , Hsch. μενδῖται , οἱ , v. μίνδις . μενάσσει: μολύνει, Hsch. μενδῖται,οἱ, A. v. μίνδις .
μερμαίρω , = μερμηρίζω , Suid. ; μερμέρω , Hsch. , Phot. ; οἱ Ἅπαντ<> μερμαιρόμενοι, = μεμφόμενοι , Gal. 17(2).189 (s. v. l.). μερμαίρω, A. = μερμηρίζω , Suid. ;μερμέρω, Hsch. , Phot. ;οἱ Ἅπαντ<> με
μερμηρ-ικοί , οἱ , = πειρᾶται , Hsch. μερμηρ-ικοί,οἱ, A. = πειρᾶται , Hsch.
metrical μετρι-κός,ή,όν, A. metrical, ῥυθμοί Arist. Rh. 1409a7 ;οἱ μ.thoselearned in metres, Id. PA 660a8 ; opp.οἱ ῥυθμικοί, D.H. Comp. 17 :τὰ -κάandἡ -κή(sc.τέχνη)prosody, Arist. Po. 1456b34 , 38
Μήδειοι , οἱ , = Μῆδοι , Pi. P. 1.78 , Call.in PSI 9.1092.46 . Μήδειοι,οἱ, A. = Μῆδοι , Pi. P. 1.78 , Call.in PSI 9.1092.46 .
μνοῦνες: οἱ μηροί , Hsch. μνωί̈α , μνωί̈της , v. μνοία . μνωόμενος , μνώοντο , v. μνάομαι . μνώσκει: μίσγεται, ἔρχεται , Id. μνῶται: κινεῖται ἢ κτείνεται , Erot. (dub. l.). μνοῦνες: οἱ μηροί, Hsch. μ