λίγδα,
A.
v. λίγδος
111 .λιγδαρεοχύται: οἱ ἐν ταῖς λίγδαις τὰς <ς>άρκας χέοντες, τουτέστι χοάναις, Hsch.
λιγδεύει: ἀπηθεῖ, Id.
λίγδα , v. λίγδος 111 . λιγδαρεοχύται: οἱ ἐν ταῖς λίγδαις τὰς <ς>άρκας χέοντες, τουτέστι χοάναις , Hsch. λιγδεύει: ἀπηθεῖ , Id.
λίγδα,
A.
v. λίγδος
111 .λιγδαρεοχύται: οἱ ἐν ταῖς λίγδαις τὰς <ς>άρκας χέοντες, τουτέστι χοάναις, Hsch.
λιγδεύει: ἀπηθεῖ, Id.