μύκωμα [ ῡ], ατος , τό , = μύκημα , PMag.Par. 1.657 . μύκωμα[ῡ],ατος,τό, A. = μύκημα , PMag.Par. 1.657 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μύκωμα [ ῡ], ατος , τό , = μύκημα , PMag.Par. 1.657 . μύκωμα[ῡ],ατος,τό, A. = μύκημα , PMag.Par. 1.657 .
μύσ-αγμα [ ῠ], ατος , τό , = μύσος , A. Supp. 995 . μύσ-αγμα[ῠ],ατος,τό, A. = μύσος , A. Supp. 995 .
ναυστόλ-ημα , ατος , τό , in pl., = sq., πόντου ναυστολήμαθ' E. Supp. 209 . ναυστόλ-ημα,ατος,τό, in pl.,=sq., A. πόντου ναυστολήμαθ' E. Supp. 209 .
νευρό-σπασμα , ατος , τό , = νευρόσπαστον , in pl., EM 454.17 , Phot. s.v. θραύματα. νευρό-σπασμα,ατος,τό, A. = νευρόσπαστον , in pl., EM 454.17 , Phot. s.v. θραύματα.
νωγᾰ́λ-ευμα , ατος , τό , in pl., = νώγαλα , Arar. 8 . νωγᾰ́λ-ευμα,ατος,τό, in pl., A. = νώγαλα , Arar. 8 .
νωγᾰ́λ-ισμα , ατος , τό , in pl., = νώγαλα , Poll. 6.62 . νωγᾰ́λ-ισμα,ατος,τό, in pl., A. = νώγαλα , Poll. 6.62 .
ξάμμα , ατος , τό , = ξάσμα , Hsch. s.v. πεῖκος. ξάμμα,ατος,τό, A. = ξάσμα , Hsch. s.v. πεῖκος.
ξῐ́φ-ισμα , ατος , τό , = sq., Choerob. in An.Ox. 2.242 , cf. Hsch. (pl.). ξῐ́φ-ισμα,ατος,τό,=sq., Choerob. in An.Ox. 2.242 , cf. Hsch. (pl.).
ὄγκ-ημα , ατος , τό , = foreg. II, Gloss. ὄγκ-ημα,ατος,τό,=foreg. II,Gloss.
ὀδόντ-ισμα , ατος , τό , = sq., Eust. 854.14 . ὀδόντ-ισμα,ατος,τό,=sq., Eust. 854.14 .
ὀδοντό-τριμμα , ατος , τό , = foreg., Damocr. ap. Gal. 12.890 , Gal. 12.884 , An.Par. 1.394 , Gloss. ὀδοντό-τριμμα,ατος,τό,=foreg., Damocr. ap. Gal. 12.890 , Gal. 12.884 , An.Par. 1.394 ,Gloss.
ὄθμα , ατος , τό , = ὄμμα , Call. Aet.Oxy. 2075.37 , Nic. Th. 178 , 443 , Hymn.Is. 157 . ( Aeol. acc. to Hsch. ) ὄθμα,ατος,τό, A. = ὄμμα , Call. Aet.Oxy. 2075.37 , Nic. Th. 178 , 443 , Hymn.Is. 157
ὄθμισμα , ατος , τό , dub. sens. in Sammelb. 6319.61 ( Ptol. ). ὄθμισμα,ατος,τό, dub. sens. in Sammelb. 6319.61 ( Ptol. ).
οἰκτ-είρημα , ατος , τό , = οἰκτιρμός , LXX Je. 38(31).3 (s.v.l.). οἰκτ-είρημα,ατος,τό, A. = οἰκτιρμός , LXX Je. 38(31).3 (s.v.l.).
ὀνάλ-ουμα , ατος , τό , late Thess. for foreg., ib. 461.12 ( Crannon ), al. ὀνάλ-ουμα,ατος,τό, late Thess. for foreg., ib. 461.12 (Crannon), al.
ὄργημα , ατος , τό , = ὀργή , dub. cj. in Sch. S. Aj. 913 , for ὄρυγμα. ὄργημα,ατος,τό, A. = ὀργή , dub. cj. in Sch. S. Aj. 913 , forὄρυγμα.
ὅρμ-ισμα , ατος , τό , = ὅρμος 11 , metaph., Heraclit. All. 61 . ὅρμ-ισμα,ατος,τό, A. = ὅρμος 11 , metaph., Heraclit. All. 61 .
οὔλωμα , ατος , τό , = οὔλωσις , Suid. s.v. ἐνσκειρωθείς (Ms. cited by Gaisf.). οὔλωμα,ατος,τό, A. = οὔλωσις , Suid. s.v. ἐνσκειρωθείς (Ms. cited by Gaisf.).
ὀφήλωμα , ατος , τό , Cret. for ὀφείλημα , GDI 4998 vi 14 . ὀφήλωμα,ατος,τό, Cret. forὀφείλημα, GDI 4998 vi 14 .
ὄφλ-εμα , ατος , τό , = sq., prob. in IG 12(5).1080 (Ceos, iii B. C. ). ὄφλ-εμα,ατος,τό,=sq., prob. in IG 12(5).1080 (Ceos,iii B. C.).
ὄψημα , ατος , τό , = ὄψον , Plu. 2.664a (from Pl. R. 372c , ubi codd. ἑψήματα ), Str. 7.4.6 , Longus 3.5 . ὄψημα,ατος,τό, A. = ὄψον , Plu. 2.664a (from Pl. R. 372c , ubi codd.ἑψήματα), Str. 7.4.6 ,
παῖμα , ατος , τό , Cret., = κόμμα 1.2 , Γόρτυνος τὸ π . Schwyzer 178 (v B. C.) , etc. παῖμα,ατος,τό, Cret., A. = κόμμα 1.2 ,Γόρτυνος τὸ π. Schwyzer 178 (v B. C.), etc.
πάλ-ημα [ πᾰ], ατος , τό , = foreg., π. ὀρόβοιο Nic. Al. 551 . πάλ-ημα[πᾰ],ατος,τό ,=foreg., A. π. ὀρόβοιο Nic. Al. 551 .
πᾰλαίστωμα , ατος , τό , = παλαιστή , Aq. 3 Ki. 7.9(46) . πᾰλαίστωμα,ατος,τό, A. = παλαιστή , Aq. 3 Ki. 7.9(46) .