LSJοὔλωμαGlossοὔλωμα , ατος , τό , = οὔλωσις , Suid. s.v. ἐνσκειρωθείς (Ms. cited by Gaisf.).οὔλωμα,ατος,τό,A.= οὔλωσις , Suid.s.v. ἐνσκειρωθείς (Ms. cited by Gaisf.).ReferencesSuid.