σεμνεῖον , τό , ( σεμνός ) in Egypt, οἴκημα ἱερόν, ὃ καλεῖται ς. καὶ μοναστήριον , Ph. 2.475 , cf. Suid. , Gloss. σεμνεῖον,τό, (σεμνός) in Egypt,οἴκημα ἱερόν, ὃ καλεῖται ς. καὶ μοναστήριον, Ph. 2.475
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σεμνεῖον , τό , ( σεμνός ) in Egypt, οἴκημα ἱερόν, ὃ καλεῖται ς. καὶ μοναστήριον , Ph. 2.475 , cf. Suid. , Gloss. σεμνεῖον,τό, (σεμνός) in Egypt,οἴκημα ἱερόν, ὃ καλεῖται ς. καὶ μοναστήριον, Ph. 2.475
σεσερῖνος , ὁ , a sea-fish, Arist. Fr. 294 . σεσερῖνος,ὁ, a sea-fish, Arist. Fr. 294 .
Σευτλαῖος , ὁ , ( σεῦτλον ) Beety , name of a frog in Batr. 209 . Σευτλαῖος,ὁ, (σεῦτλον)Beety, name of a frog in Batr. 209 .
σέως , ὁ ,= σεισμός , dub. in Alc. 26 ; v.l. σέος . σέως,ὁ,=σεισμός, dub. in Alc. 26 ;v.l. σέος.
σηκηκόρος , ὁ , ἡ ,= σηκοκόρος , cj. for βόκορος in Poll. 7.151 , v.l. in Suid. σηκηκόρος,ὁ,ἡ,=σηκοκόρος, cj. forβόκοροςin Poll. 7.151 ,v.l. in Suid.
σηκο-βάτης [ ᾰ], ου , ὁ , a religious official, θεοῦ Ἑρμανούβιδος BCH 37.94 ( Thessalonica ). σηκο-βάτης[ᾰ],ου,ὁ , a religious official, A. θεοῦ Ἑρμανούβιδος BCH 37.94 (Thessalonica).
indication, notice σημεί-ωσις,εως,ἡ, A. indication, notice, Plu. 2.961c . II. inference from a sign, Phld. Sign. 2 , al.;ὁ καθ' ὁμοιότητα τρόπος τῆς ς. ib. 1 ;ὁ κατ' ἀνασκευὴν τρόπος τῆς ς. ib. 31 .
σημών , ὁ , Lacon. for θημών , EM 711.16 . σημών,ὁ, Lacon. forθημών, EM 711.16 .
σηπ-ετός , ὁ ,= σηπεδών , Hsch. σηπ-ετός,ὁ,=σηπεδών, Hsch.
σήρ , ὁ , Lacon. for θήρ , Hsch. ; cf. σηροκτόνος . σήρ,ὁ, Lacon. forθήρ, Hsch. ; cf.σηροκτόνος.
σήσᾰμος , ὁ ,= σήσαμον 1.1 , Gp. 9.18.2 , Suid. σήσᾰμος,ὁ,= A. σήσαμον 1.1 , Gp. 9.18.2 , Suid.
σθέν-ιος , ὁ ,= σθεναρός , epith. of Zeus in the Argolid, Paus. 2.32.7 , 2.34.6 : fem. σθενιάς , άδος , of Athena, Id. 2.30.6 , 2.32.5 . σθέν-ιος,ὁ,=σθεναρός, epith. of Zeus in the Argolid, Paus. 2.32
σιαλοπάλλαγος: ὁ παράληρος, καὶ ἀνόητος , Hsch. σιαλοπάλλαγος: ὁ παράληρος, καὶ ἀνόητος, Hsch.
spear σῐγύνης[ῡ],ου,ὁ , A. spear, Hdt. 5.9 , Opp. C. 1.152 ; alsoσίγῡνος,ὁ, A.R. 2.99 , AP 6.176 codd. ( Maced. );σίγῡνον,τό, Arist. Po. 1457b6 , AP 7.578 ( Agath. ); and in Lyc. 556 ,σίγυμνον(in dat
σίγχος , ὁ , v. σκίγγος . σίγχος,ὁ, A. v. σκίγγος .
of iron σῐδηρ-ίτης[ῑτ],ου,ὁ , fem.σῐδηρ-ῖτις,ιδος: Dor. σῐδᾱρίτας,α , ὁ:— A. of iron,ς. πόλεμος ironwar, Pi. N. 5.19 ;ς. τέχνηthesmith'sart, Eup. 263 ;ς. πέτραrockwith iron orein it, D.S. 5.13 ; ς.
σίκλος , ὁ ,= σίγλος (q.v.):— Dim. σικλίον , τό , Ps.- Gal. 19.773 . σίκλος,ὁ,=σίγλος(q.v.):— Dim. σικλίον,τό, Ps.- Gal. 19.773 .
σῐκυοπέπων , ονος , ὁ ,= σίκυος πέπων (v. πέπων 1.2 ), Gal. 6.565 . σῐκυοπέπων,ονος,ὁ,=σίκυος πέπων(v. A. πέπων 1.2 ), Gal. 6.565 .
σίκυς , v. foreg. σικύς: ὁ γναφεύς , Hsch. σίκυς,v.foreg. II. σικύς: ὁ γναφεύς, Hsch.
Σῑληνόκοσμος , ὁ , title of official in a Dionysiac thiasos, AJA 37.244 (Latium, ii A.D. , Σειλ- ). Σῑληνόκοσμος,ὁ, title of official in a Dionysiac thiasos, AJA 37.244 (Latium,ii A.D.,Σειλ-).
made therefrom σῐλιγν-ίτης[ῑτ] ἄρτος,ὁ , bread A. made therefrom, Gal. l.c.: writtenσῐλιγν-είτης, Supp.Epigr. 4.518 (Ephesus,i/ii A.D.); andσῐλιγν-ίας,ου,ὁ, Eust. 1753.7 .
σιλλοποιός , ὁ ,= σιλλογράφος , Sch. Luc. DMort. 20.2 . σιλλοποιός,ὁ,=σιλλογράφος, Sch. Luc. DMort. 20.2 .
Σῐμοῦς , οῦντος , ὁ , contr. for Σιμόεις . Σῐμοῦς,οῦντος,ὁ, contr. forΣιμόεις.
mischievous σίνδρων,ωνος,ὁ, A. mischievous, glossed byπονηρός, Phot. ; also = δουλέκδουλος , Seleuc. ap. Ath. 6.267c :— Hsch. also citesσινδρός,ὁ, in gen. pl.