LSJσηκηκόροςGlossσηκηκόρος , ὁ , ἡ ,= σηκοκόρος , cj. for βόκορος in Poll. 7.151 , v.l. in Suid.σηκηκόρος,ὁ,ἡ,=σηκοκόρος, cj. forβόκοροςin Poll. 7.151 ,v.l. inSuid.