πολυ-όροφος , ον , v. πολυώροφος. πολυ-όροφος,ον, A. v. πολυώροφος.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πολυ-όροφος , ον , v. πολυώροφος. πολυ-όροφος,ον, A. v. πολυώροφος.
πολύ-οσμος , ον , Att. for πολύοδμος, ibid., Dsc. 4.36 , 95 . πολύ-οσμος,ον, Att. forπολύοδμος,ibid., Dsc. 4.36 , 95 .
πολυ-πέλαστος , ον , gloss on δασπλῆτι , Sch. Theoc. 2.14 . πολυ-πέλαστος,ον, A. gloss on δασπλῆτι , Sch. Theoc. 2.14 .
πολυ-πέλεθρος , Ep. πουλ- , ον , = πολύπλεθρος , Q.S. 3.396 . πολυ-πέλεθρος, Ep. πουλ-,ον, A. = πολύπλεθρος , Q.S. 3.396 .
πολυ-πήδητος , ον , gloss on πολύσκαρθμος , Hsch. πολυ-πήδητος,ον, A. gloss on πολύσκαρθμος , Hsch.
πολύ-πλᾰνος , ον , = πυλυπλανής, πλάναι Id. Pr. 585 (lyr.); κόραι E. Ph. 661 (lyr.), cf. AP 6.69 ( Maced. ): in late Prose, Paul.Al. M. 3 . πολύ-πλᾰνος,ον, A. = πυλυπλανής, πλάναι Id. Pr. 585 (lyr.
πολύ-πλεκτος , ον , = πολύπλοκος 1 , ib. 5.247 ; σειραί ib. 26.106 . πολύ-πλεκτος,ον, A. = πολύπλοκος 1 , ib. 5.247 ;σειραίib. 26.106 .
πολῠ-ποίκιλτος , ον , gloss on πολύκεστος , Eust. 425.24 . πολῠ-ποίκιλτος,ον, A. gloss on πολύκεστος , Eust. 425.24 .
πολύ-πρακτος , ον , = πολυπράγμων , Vett.Val.in Cat.Cod.Astr. 8(1).163 . πολύ-πρακτος,ον, A. = πολυπράγμων , Vett.Val.in Cat.Cod.Astr. 8(1).163 .
πολύ-ριζος , ον , = πολύρριζος, ἀσφόδελος Epigr.Gr. 1135 (Naples, vase). πολύ-ριζος,ον, A. = πολύρριζος, ἀσφόδελος Epigr.Gr. 1135 (Naples, vase).
πολύ-ρρᾰφος , ον , = foreg., πόρπαξ S. Aj. 575 . πολύ-ρρᾰφος,ον,=foreg., A. πόρπαξ S. Aj. 575 .
πολύ-ρρηνος , ον , = foreg., of a person, Od. 11.257 ; of a country, A. Eleg. 3 ; σταθμός Q.S. 2.331 . πολύ-ρρηνος,ον,=foreg., of a person, Od. 11.257 ; of a country, A. Eleg. 3 ; A. σταθμός Q.S. 2
πολύ-ρρητος , ον , = πολύφραστος , Hsch. ; also, = πολύπονος , Id. πολύ-ρρητος,ον, A. = πολύφραστος , Hsch. ; also, = πολύπονος , Id.
πολύ-ρροος , ον , contr. πολύ-ρους , ουν , = πολύρυτος , Poll. 6.148 , Eust. 96.28 . πολύ-ρροος,ον, contr. πολύ-ρους,ουν, A. = πολύρυτος , Poll. 6.148 , Eust. 96.28 .
πολύ-σημος , ον , = πολυσήμαντος , Democr. 26 , Nicostr. ap. Simp. in Cat. 368.15 ,etc. πολύ-σημος,ον, A. = πολυσήμαντος , Democr. 26 , Nicostr. ap. Simp. in Cat. 368.15 ,etc.
πολυ-σκάριστος , ον , gloss on foreg., Apollon. Lex. s.v. εὔσκαρθμοι. πολυ-σκάριστος,ον,gloss onforeg., Apollon. Lex. A. s.v. εὔσκαρθμοι.
πολύ-σπειρος , ον , = foreg., Hsch. πολύ-σπειρος,ον,=foreg., Hsch.
πολυ-σπέρμᾰτος , ον , = πολύσπερμος , Thphr. HP 7.3.4 . πολυ-σπέρμᾰτος,ον, A. = πολύσπερμος , Thphr. HP 7.3.4 .
πολυ-σπούδαστος , ον , = πολυσπερχής , Eust. 442.8 , 1385.23 . πολυ-σπούδαστος,ον, A. = πολυσπερχής , Eust. 442.8 , 1385.23 .
πολύ-στεινος , ον , = πολυπόρευτος , Phot. (leg. -στειβ-, i.e. -στῐβ- ). πολύ-στεινος,ον, A. = πολυπόρευτος , Phot. (leg.-στειβ-,i.e.-στῐβ-).
πολυ-στέλεχος , ον , = foreg., παλίουρος AP 9.312 ( Zon. ). πολυ-στέλεχος,ον,=foreg., A. παλίουρος AP 9.312 ( Zon. ).
πολύ-στῐχος , ον , = sq., στῦλοι Str. 17.1.28 . of many lines or verses, Ammon. in Int. 134.22 , Paul.Aeg. Praef. prolix, Ammon. in Porph. 38.18 . πολύ-στῐχος,ον,=sq., A. στῦλοι Str. 17.1.28 . II
πολυ-σφάρᾰγος [σφᾰ] , ον , = πολυσμάραγος , Opp. C. 4.445 , Nonn. D. 2.36 . πολυ-σφάρᾰγος [σφᾰ],ον, A. = πολυσμάραγος , Opp. C. 4.445 , Nonn. D. 2.36 .
πολύ-σχημος , ον , = πολυσχήμων, χείρ Aristaenet. 1.26 (nisi leg. πολυσήμῳ ). πολύ-σχημος,ον, A. = πολυσχήμων, χείρ Aristaenet. 1.26 (nisi leg.πολυσήμῳ).