LSJπολύ-στεινοςGlossπολύ-στεινος , ον , = πολυπόρευτος , Phot. (leg. -στειβ-, i.e. -στῐβ- ).πολύ-στεινος,ον,A.= πολυπόρευτος , Phot. (leg.-στειβ-,i.e.-στῐβ-).ReferencesPhot.