olive tree καλλῐ-έλαιος, ἡ, garden olive, opposed to ἀγριέλαιος, [[ NT.Rom.11.24 ] NT]:—feminine καλλῐ-ελαία, ἡ, [[ “Arch.Papyrus” 2.218 (3rd-4th c.AD)] Refs 3rd c.AD+]: as adjective, κ. ἐλαία [[ “PC
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
olive tree καλλῐ-έλαιος, ἡ, garden olive, opposed to ἀγριέλαιος, [[ NT.Rom.11.24 ] NT]:—feminine καλλῐ-ελαία, ἡ, [[ “Arch.Papyrus” 2.218 (3rd-4th c.AD)] Refs 3rd c.AD+]: as adjective, κ. ἐλαία [[ “PC
καλλῐέρ-ησις , εως , ἡ , = foreg., IG 12.98.23 , Onos. 10.26 . καλλῐέρ-ησις,εως,ἡ,=foreg., IG 12.98.23 , Onos. 10.26 .
κάλλιστος , η , ον , Sup. of καλός ; v. καλός B. κάλλιστος,η,ον, Sup. of καλός; A. v. καλός B.
καλλοσύνη , Dor. καλλι-σύνα , ἡ , poet. for κάλλος , in lyr., E. Or. 1386 , Hel. 383 ; also eleg., Supp.Epigr. 1.570 ; κ. ἐπέων , title of work by Democr. καλλοσύνη, Dor. καλλι-σύνα,ἡ, poet. forκάλλο
καλλωπ-ίστρια , ἡ , fem. of καλλωπιστής , Muson. Fr. 3p.10H. , Plu. 2.140c . καλλωπ-ίστρια,ἡ, fem. ofκαλλωπιστής, Muson. Fr. 3p.10H. , Plu. 2.140c .
κᾰλο-βουλία , ἡ , = εὐβουλία , Gloss. κᾰλο-βουλία,ἡ, A. = εὐβουλία ,Gloss.
κᾰ́λο-θριξ , τριχος , ὁ , ἡ , = καλλίθριξ , Suid. s.v. εὐχαίτης ἵππος . κᾰ́λο-θριξ,τριχος,ὁ,ἡ, A. = καλλίθριξ , Suid. s.v. εὐχαίτης ἵππος .
κᾰλο-πρᾱγία , ἡ , = καλοποιί̈α , Sch. A.R. 3.68 . κᾰλο-πρᾱγία,ἡ, A. = καλοποιί̈α ,Sch.A.R. 3.68 .
κᾰλο-ρρημοσύνη , ἡ , = καλλιρρημοσύνη , Hsch. s.v. εὐηγορία . κᾰλο-ρρημοσύνη,ἡ, A. = καλλιρρημοσύνη , Hsch. s.v. εὐηγορία .
κᾰλο-τεχνία , ἡ , = καλλιτεχνία , Sopat.in Rh. 4.51 W. κᾰλο-τεχνία,ἡ, A. = καλλιτεχνία , Sopat.in Rh. 4.51 W.
κᾰλοκαιρ-ία , ἡ , = εὐετηρία , Melamp. p. 30 D. , Hsch. κᾰλοκαιρ-ία,ἡ, A. = εὐετηρία , Melamp. p. 30 D. , Hsch.
κάλπᾰσος , ἡ , = κάρπασος , PMag.Par. 1.2046 , al. κάλπᾰσος,ἡ, A. = κάρπασος , PMag.Par. 1.2046 , al.
κάλυξις [ᾰ] , εως , ἡ , = foreg. 1.1 , Hsch. ; also, = foreg. 11 , Id. κάλυξις [ᾰ],εως,ἡ,=foreg. 1.1 , Hsch. ; also,=foreg. 11 , Id.
Κᾰλυψώ , όος , contr. οῦς , ἡ (prob. from καλύπτω , 'she that conceals'), Calypso , Od. 1.14 , Hes. Th. 359 , etc. Κᾰλυψώ,όος, contr. οῦς , ἡ(prob. fromκαλύπτω, 'she that conceals'),Calypso, Od. 1.14
anything with an arched cover, covered carriage κᾰμάρ-α, Ion. κᾰμάρ-η [μᾰ],ἡ, A. anything with an arched cover, covered carriage, Hdt. 1.199 , D.C. 36.49 ;covered boatorbarge, Str. 11.2.12 , cf. Gel
κᾰμαρ-ικός , ή , όν , = καμαρωτός , Ath.Mech. 36.5 : κᾰμαρ-ικός,ή,όν, A. = καμαρωτός , Ath.Mech. 36.5 :
κᾰμαρ-ίς , ἡ , woman's ornament, Hsch. κᾰμαρ-ίς,ἡ, woman's ornament, Hsch.
a vault κᾰμάρ-α, Ionic dialect κᾰμάρ-η [μᾰ], ἡ, anything with an arched cover, covered carriage, [[ 5th c.BC: Herodotus Historicus 1.199, 2nd-3rd c.AD: Dio Cassius Historicus 36.49 ] Refs 5th c.BC+];
steadfastness, endurance καμμονίη,ἡ, Ep. forκαταμονή, A. steadfastness, endurance(ἡ ἐκ καταμονῆς νίκηSch., cf. Plu. 2.22c ),steady courage, αἴ κεν ἐμοὶ Ζεὺς δώῃ καμμονίην Il. 22.257 , cf. 23.661 ,
κάμμυσις , εως , ἡ , = κατάμυσις , Corp.Herm. 1.30 ; cf. sq. κάμμυσις,εως,ἡ, A. = κατάμυσις , Corp.Herm. 1.30 ; cf. sq.
καμπ-τηρία , ἡ , = foreg. 11 , Tz. H. 8.27 :— also καμπ-τήριος (sc. νύσσα ), Sch. Opp. H. 1.205 . καμπ-τηρία,ἡ,=foreg. 11 , Tz. H. 8.27 :— alsoκαμπ-τήριος(sc.νύσσα), Sch. Opp. H. 1.205 .
bending, flexible καμπ-τικός,ή,όν, A. bending, flexible,δακτύλου τὸ κ. thejoint, Arist. HA 493b28 ;κίνησις ἡ κ. Id. Spir. 484b13 ; φωνάριον Poll. 4.64 .
candela, candle, torch κανδήλη,ἡ, Lat. A. candela, candle, torch, Ath. 15.701b :—henceκανδηλο-σβέστης,ου,ὁ, fem.κᾰνᾰχ-σβέστρια,ἡ,moth, Sch. Nic. Th. 763 , Sch. Opp. H. 1.404 .
κάνναβ-ος , ἡ , = κάνναβις , Poll. 10.176 . v. κάναβος . κάνναβ-ος,ἡ, A. = κάνναβις , Poll. 10.176 . II. v. κάναβος .