κατασυστάδην , Adv. , = συστάδην, ἡ κ. χειρονομία Hld. 9.16 . κατασυστάδην,Adv., A. = συστάδην, ἡ κ. χειρονομία Hld. 9.16 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κατασυστάδην , Adv. , = συστάδην, ἡ κ. χειρονομία Hld. 9.16 . κατασυστάδην,Adv., A. = συστάδην, ἡ κ. χειρονομία Hld. 9.16 .
κατατίτρ-ησις , εως , ἡ , = κατάτρησις , Crito ap. Gal. 13.883 . κατατίτρ-ησις,εως,ἡ, A. = κατάτρησις , Crito ap. Gal. 13.883 .
κατατόξ-ευσις , εως , ἡ , gloss on βολή , Sch. Opp. H. 4.559 (pl.). κατατόξ-ευσις,εως,ἡ, A. gloss on βολή , Sch. Opp. H. 4.559 (pl.).
καταφῠ́τ-ευσις , εως , ἡ , = foreg., LXX Je. 38(31).22 . καταφῠ́τ-ευσις,εως,ἡ,=foreg., LXX Je. 38(31).22 .
καταχάσμ-ησις , εως , ἡ , gloss on καταχήνη , Hsch. , Phot. καταχάσμ-ησις,εως,ἡ, A. gloss on καταχήνη , Hsch. , Phot.
a throwing down κατά-χῠσις, εως, ἡ, pouring on or over, πολλοῦ ψυχροῦ [[ 5th c.BC: Hippocrates Medicus “ἀφορισμοί” 5.21 ] Refs 5th c.BC+]; affusion, besprinkling, [[ [prev. author] “Art.” 27; ἡ τοῦ θ
κατένεξις , εως , ἡ , ̔κατενεγκεῖν̓ = καταφορά , Suid. s.v. καταλύσας , Eust. 152.14 . κατένεξις,εως,ἡ , ̔κατενεγκεῖν̓ A. = καταφορά , Suid. s.v. καταλύσας , Eust. 152.14 .
κατεπί-θεσις , εως , ἡ , = δόλος , Aq. Ps. 31(32).2 , 119(120) . κατεπι-θῡμέω , strengthd. for ἐπιθυμέω , Eun. VS p.477 B. , Phot. and Suid. s.v. λίχνος . κατεπί-θεσις,εως,ἡ, A. = δόλος , Aq. Ps. 31
working up κατεργ-ᾰσία,ἡ, A. working up, freq. of food, by digestion or by chewing, Arist. PA 675b5 , Pr. 931a32 , etc.;ἡ τοῦ πυρὸς κ. stewing, boiling, Mnesith. ap. Ath. 2.59b : generally,production
working out κατεργ-ᾰσία, ἡ, working up, frequently of food, by digestion or by chewing, [[ 4th c.BC: Aristoteles Philosophus “de Partibus Animalium” 675b5, “Pr.” 931a32, etc.] Refs 4th c.BC+]; ἡ τοῦ
κατη-βολή , ἡ , = τὸ ἐπιβάλλον , E. Frr. 614 , 750 . = καταβολή 111 , Hp. ap. Gal. 19.11c , Pl. Hp. Mi. 372e (cf. Sch.), Hsch. , Phot. = θυσία, τελετή, τὰ νομιζόμενα , Hsch. κατη-βολή,ἡ, A. = τὸ ἐπι
κατηγορ-ητικός , ή , όν , = κατηγορικός 1 , Arist. Rh.Al. 1421b10 codd. (leg. κατηγορικόν as in 1426b22 , 25 = PHib. 1.26.295 , 297 ). κατηγορ-ητικός,ή,όν, A. = κατηγορικός 1 , Arist. Rh.Al. 1421b1
κάτηξις , ιος , ἡ , Ion. for κάταξις . κάτηξις,ιος,ἡ, Ion. forκάταξις.
κατῐτήρια (sc. ἱερά ), τά , = ἡ ἐπὶ καθόδῳ θυσία , Hsch. κατῐτήρια(sc.ἱερά),τά, A. = ἡ ἐπὶ καθόδῳ θυσία , Hsch.
κατοικ-άς , άδος , ἡ , poet. fem. of κατοικίδιος, στρουθός Nic. Al. 60 , 535 . κατοικ-άς,άδος,ἡ, poet. fem. of A. κατοικίδιος, στρουθός Nic. Al. 60 , 535 .
κατοικ-εσία , ἡ , = κατοίκησις , LXX Ps. 106(107).36 , Eust. 106 . 44 . κατοικ-εσία,ἡ, A. = κατοίκησις , LXX Ps. 106(107).36 , Eust. 106 . 44 .
κατοικ-ίς , ίδος , ἡ , v.l. for κατοικάς , Nic. Th. 558 . κατοικ-ίς,ίδος,ἡ, A. v.l. for κατοικάς , Nic. Th. 558 .
compassion κατοίκτ-ῐσις,εως,ἡ, A. compassion, ἡ πρὸς αὑτὴν κ. X. Cyr. 6.1.47 .
κατόμβρ-ισις , εως , ἡ , = κατομβρία , Lyd. Ost. 40 . κατόμβρ-ισις,εως,ἡ, A. = κατομβρία , Lyd. Ost. 40 .
expression κατονομ-αξία,ἡ, Dor. forκατονομασία, A. expressionof numbers, Archim. Aren. 1.7 (prob.):—alsoκατονόμ-αξις,εως,ἡ, ib. 3.1 .
κατορουβάν: ἡ ἀγορά , Hsch. κατορουβάν: ἡ ἀγορά, Hsch.
κάτορρα: ἡ καταρόα, βωμὸς ἐνόδιος ( βώμενος ἐνόδειος cod.), Hsch. κάτορρα: ἡ καταρόα, βωμὸς ἐνόδιος(βώμενος ἐνόδειοςcod.), Hsch.
κατουλέω , and κατούλη , ἡ , dub. sens. in IG 5(2).357.6 ( Stymphalus ). κατουλέω, andκατούλη,ἡ, dub. sens. in IG 5(2).357.6 (Stymphalus).
κατοχ-ωτικός , ή , όν , f.l. in Ph. 1.509 , 511 (leg. κατοκωχή τε καὶ μανία ). κατοχ-ωτικός,ή,όν,f.l. in Ph. 1.509 , 511 (leg.κατοκωχή τε καὶ μανία).