LSJκατοχ-ωτικόςGlossκατοχ-ωτικός , ή , όν , f.l. in Ph. 1.509 , 511 (leg. κατοκωχή τε καὶ μανία ).κατοχ-ωτικός,ή,όν,f.l. inPh. 1.509 , 511 (leg.κατοκωχή τε καὶ μανία).