κατωμ-ίς , ίδος , ἡ , v. κατωτίδες . κατωμ-ίς,ίδος,ἡ, A. v. κατωτίδες .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κατωμ-ίς , ίδος , ἡ , v. κατωτίδες . κατωμ-ίς,ίδος,ἡ, A. v. κατωτίδες .
καυ-τός , ή , όν , v. καυστός . καυ-τός,ή,όν, A. v. καυστός .
Καυκάσιον ὄρος Hdt. 1.104 .—The region was Καυκασία , ἡ , and the inhabitants Καυκασῖται , Καυκασιανοί , St.Byz. Καυκάσιον A. ὄρος Hdt. 1.104 .—The region wasΚαυκασία,ἡ, and the inhabitantsΚαυκασῖ
καῦστις , ἡ , = ἀμφίκαυστις 1 , Hsch. καῦστις,ἡ, A. = ἀμφίκαυστις 1 , Hsch.
κᾰχειμονία , ἡ , gloss on δυσχλαινία , Sch. E. Hec. 240 . κᾰχειμονία,ἡ, A. gloss on δυσχλαινία , Sch. E. Hec. 240 .
κᾰχεκ-τικός , ή , όν , = foreg. 1 , Gal. 11.307 . κᾰχεκ-τικός,ή,όν,=foreg. 1 , Gal. 11.307 .
κάχλα , ἡ , = βούφθαλμον , Dsc. 3.139 . κάχλα,ἡ, A. = βούφθαλμον , Dsc. 3.139 .
κᾰχομῑλ-ία , ἡ , v. κακομιλία . κᾰχομῑλ-ία,ἡ, A. v. κακομιλία .
κεβλή (on the accent, v. Hdn.Gr. 1.318 ), ἡ , Maced. form of κεφαλή , Call. Fr. 140 , cf. EM 498.41 : κεβαλή , ib. 195.39 , Hsch. κεβλή(on the accent,v.Hdn.Gr. 1.318 ),ἡ, Maced. form ofκεφαλή, Call. F
κεβλήνη: ἡ ὀρίγανος , Hsch. κεβλήνη: ἡ ὀρίγανος, Hsch.
κεγχρ-ηί̈ς , ί̈δος, ἡ , v. κέρχνη . κεγχρ-ηί̈ς,ί̈δος,ἡ , A. v. κέρχνη .
made of millet κέγχρ-ῐνος,η,ον, A. made of millet, κ. ἄλευρον Dsc. 5.3 , cf. Gal. 6.519 ;ἡ κεγχρίνη millet-pottage, Hsch.
κεδρέα , ἡ , = κεδρία , PAmh. 2.125.3 (i A.D.) , Gal. 12.16 , al., Paul. Aeg. 7.3 , Alex.Trall. 1.1 . κεδρέα,ἡ, A. = κεδρία , PAmh. 2.125.3 (i A.D.), Gal. 12.16 , al., Paul. Aeg. 7.3 , Alex.Trall.
Κεδρεᾶτις , ιδος , ἡ , ( κέδρος ) title of Artemis at Orchomenus in Ar- cadia, Paus. 8.13.2 . Κεδρεᾶτις,ιδος,ἡ, (κέδρος) title of Artemis at Orchomenus in Ar- cadia, Paus. 8.13.2 .
κεῖρις , εως , ἡ , fabulous bird, expld. by ἱέραξ or ἀλκυών , Hsch. , cf. Verg. Ciris tit. κειρύλος , v. κηρύλος . κεῖρις,εως,ἡ, fabulous bird, expld. byἱέραξorἀλκυών, Hsch. , cf. Verg.Ciristit.κειρύλ
κεκάλακας: καλὴ γέγονας, ἢ ἐκάλεσας , Hsch. κεκαλμένον: ἐπὶ γῆς ἐκπεπτωκός , Id. κέκασμαι , κεκασμένος , κέκαστο , v. καίνυμαι . κεκάλακας: καλὴ γέγονας, ἢ ἐκάλεσας, Hsch. κεκαλμένον: ἐπὶ γῆς ἐκπεπτω
κελέτρα , ἡ , dub. sens. in IG 9(2).521.26 , 33 (Larissa, iii B.C. ). κελέτρα,ἡ, dub. sens. in IG 9(2).521.26 , 33 (Larissa,iii B.C.).
κελευσ-μοσύνη , ἡ , Ion. for κελευσμός, κέλευσμα , Hdt. 1.157 . κελευσ-μοσύνη,ἡ, Ion. forκελευσμός, κέλευσμα, Hdt. 1.157 .
κελλίων: ἡ τῶν ὅλων φύσις , Hsch. κελλόν: στρεβλόν, πλάγιον , Id. κελλίων: ἡ τῶν ὅλων φύσις, Hsch. κελλόν: στρεβλόν, πλάγιον, Id.
κελοῖα , ἡ , also written καιλοῖα , κελύα , κελέα , κελῆα , κελεῖα , name of contest for boys and youths at Sparta, IG 5(1).263 , al.: perh. neut. pl., ib. 258 . κελοῖα,ἡ, also writtenκαιλοῖα,κελύα,κε
κεμμάς , άδος , ἡ , poet.for κεμάς , Q.S. 1.587 , AP 9.2 (Tiber.Illustr.), etc. κεμμάς,άδος,ἡ, poet.forκεμάς, Q.S. 1.587 , AP 9.2 (Tiber.Illustr.), etc.
κένδῡλα , τά , also κένδῡλα or κενδύλη , ἡ , dub.l.for σχενδύλα (q.v.). κένδῡλα,τά, alsoκένδῡλαorκενδύλη,ἡ, dub.l.forσχενδύλα(q.v.).
κενεός , ή , όν , Ep. , Ion. , and Dor. for κενός (q.v.). κενεός,ή,όν, Ep. , Ion. , and Dor. forκενός(q.v.).
κενέωσις , εως , ἡ , poet. for κένωσις (q.v.). κενέωσις,εως,ἡ, poet. forκένωσις(q.v.).