σκῡλ-ηφόρος , ον , poet. for σκυλοφόρος , AP 9.428 (Antip. Thess.). σκῡλ-ηφόρος,ον, poet. forσκυλοφόρος, AP 9.428 (Antip. Thess.).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σκῡλ-ηφόρος , ον , poet. for σκυλοφόρος , AP 9.428 (Antip. Thess.). σκῡλ-ηφόρος,ον, poet. forσκυλοφόρος, AP 9.428 (Antip. Thess.).
σκυρ-φόρος , ον , Id. 16.4.17 . σκυρ-φόρος,ον, Id. 16.4.17 .
σκῡτο-φάγος [ ᾰ], ον , f.l. for σκατ- , Poll. 6.40 . σκῡτο-φάγος[ᾰ],ον , A. f.l. for σκατ- , Poll. 6.40 .
σκωπ-τηλός , όν ,= σκωπτικός , Zonar. σκωπ-τηλός,όν,=σκωπτικός, Zonar.
σκωπᾰλέος , α , ον , cited as a parox. word in -αλεος , sine expl., by Hdn.Gr. 2.908 . σκωπᾰλέος,α,ον, cited as a parox. word in-αλεος, sine expl., by Hdn.Gr. 2.908 .
σκωπτολόγος , ον ,= σκωπτικός , Sch. Ar. Ach. 854 . σκωπτολόγος,ον,=σκωπτικός, Sch. Ar. Ach. 854 .
of the σμῑλάκ-ῐνος[ᾰ],η,ον , A. of the σμῖλαξ, ξύλον Poll. 5.32 :—alsoσμῑλάκ-ειος,α,ον, Theognost. Can. 55 .
of Smyrna Σμύρνα, Ion. σμῑ́λ-νη,ἡ,Smyrna, in Ionia, Hom. Epigr. 4.6 , Mimn. 9.6 (where it is called Aeolic, cf. Hdt. 1.149 ):—Σμυρναῖος,α,ον, A. of Smyrna, Pi. Fr. 204 ;Σμυρναϊκός,ή,όν, Dorio ap. At
σοβᾰρ-ητικός , ή , όν ,= σοβαρός, σφοδρός , Hsch. σοβᾰρ-ητικός,ή,όν,=σοβαρός, σφοδρός, Hsch.
σορό-πληκτος , ον , and σορο-πλήξ , πλῆγος, ὁ , ἡ ,= σοροδαίμων , Eust. 1431.43 . σορό-πληκτος,ον, andσορο-πλήξ,πλῆγος,ὁ,ἡ ,=σοροδαίμων, Eust. 1431.43 .
σπᾰθ-ᾱτός , ά , όν , Dor. for σπαθητός , Hsch. σπᾰθ-ᾱτός,ά,όν, Dor. forσπαθητός, Hsch.
rare, scarce, scanty σπᾰ́ν-ιος,α,ον(alsoος,ον Arist. HA 608b21 , Thphr. Lap. 3 , Plb. 4.16.3 , etc.), of persons and things, A. rare, scarce, scanty, Hdt. 2.67 , 5.29 , etc.;ς. θήρευμα . . λαβεῖν a
σπᾰνιό-σπερμος , ον , gloss on σπανότεκνος , Sch. Paul.Al. O. 4 . σπᾰνιό-σπερμος,ον, A. gloss on σπανότεκνος , Sch. Paul.Al. O. 4 .
sparingly σπᾰν-ιος, α, ον (also ος, ον [[ 4th c.BC: Aristoteles Philosophus “Historia Animalium” 608b21, 4th-3rd c.BC: Theophrastus Philosophus “de Lapidibus” 3, 2nd c.BC: Polybius Historicus 4.16.3,
σπαρνός , ή , όν , poet. for σπανός, σπάνιος , A. Ag. 556 , Pl.Com. 253 , Call. Dian. 19 . σπαρνός,ή,όν, poet. forσπανός, σπάνιος, A. Ag. 556 , Pl.Com. 253 , Call. Dian. 19 .
made of σπάρτῐνος,ον, A. made of σπάρτος, Cratin. 110 ;η,ον, Poll. 7.181 .
sown, grown from seed, cultivated σπαρτός,ή,όν, alsoός,όν E. Supp. 578 : (σπείρω):— A. sown, grown from seed, cultivated, Thphr. HP 6.8.2 , Dsc. 3.37 , etc. 2. of men, οἱ . . σπαρτοί τε καὶ αὐτόχθο
σπερμᾰτο-λόγος , ον ,= σπερμολόγος, τέτραγες Epich. 45 , 46 . σπερμᾰτο-λόγος,ον,= A. σπερμολόγος, τέτραγες Epich. 45 , 46 .
σπερμο-νόμος , ον , = foreg. 1 , Hsch. , Eust. 1547.54 . σπερμο-νόμος,ον,=foreg. 1 , Hsch. , Eust. 1547.54 .
σπερμο-φάγος [ ᾰ], ον , = σπερματοφάγος , S.E. P. 1.56 . σπερμο-φάγος[ᾰ],ον, A. = σπερματοφάγος , S.E. P. 1.56 .
σπῐνός , ή , όν ,= ἰσχνός , Procl. Par.Ptol. 202 ; also σπῐνώδης , ες , Ptol. Tetr. 143 . σπῐνός,ή,όν,=ἰσχνός, Procl. Par.Ptol. 202 ; alsoσπῐνώδης,ες, Ptol. Tetr. 143 .
σπουδαιο-γέλοιος , ον ,= σπουδογέλοιος , IG 12(8).87 ( Imbros ). σπουδαιο-γέλοιος,ον,=σπουδογέλοιος, IG 12(8).87 (Imbros).
σπουδαιο-λόγος , ον ,= sq., Phot. Bibl. p.205 B. σπουδαιο-λόγος,ον,= sq., Phot. Bibl. p.205 B.
στᾰλ-ακτός , ή , όν ,= foreg., ibid. στᾰλ-ακτός,ή,όν,= foreg., ibid.