κολοκυνθ-ίς , ίδος , ἡ , = κολόκυνθα ἀγρία , Dsc. 4.176 , Gal. 12.34 , al. κολοκυνθ-ίς,ίδος,ἡ, A. = κολόκυνθα ἀγρία , Dsc. 4.176 , Gal. 12.34 , al.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κολοκυνθ-ίς , ίδος , ἡ , = κολόκυνθα ἀγρία , Dsc. 4.176 , Gal. 12.34 , al. κολοκυνθ-ίς,ίδος,ἡ, A. = κολόκυνθα ἀγρία , Dsc. 4.176 , Gal. 12.34 , al.
Κολοσσηνός , ή , όν , Colossian , Str. 12.8.16 . Κολοσσηνός,ή,όν,Colossian, Str. 12.8.16 .
κολουρ-ία , ἡ , = ἀποτομία , Hsch. κολουρ-ία,ἡ, A. = ἀποτομία , Hsch.
κολούρ-ωσις , εως , ἡ , = κολόβωσις 1 , Iamb. Protr. 21 . κζ . κολούρ-ωσις,εως,ἡ, A. = κολόβωσις 1 , Iamb. Protr. 21 .κζ.
κολουτέα , ἡ , v. κολοιτία . κολουτέα,ἡ, A. v. κολοιτία .
κολύμβ-αινα , ἡ , = κολύβδαινα , Archig. ap. Gal. 13.174 . κολύμβ-αινα,ἡ, A. = κολύβδαινα , Archig. ap. Gal. 13.174 .
κολύμβ-ατος , ἡ , a plant, Gp. 2.4.1 . κολύμβ-ατος,ἡ, a plant, Gp. 2.4.1 .
of κολυμβ-ητικός,ή,όν, A. oforfor diving:ἡ -κή(sc.τέχνη) theart of diving, Pl. Sph. 220a .
Κολωναί , ἡ , = Κολωνός 11 , Call. Fr. 428 . Κολωναί,ἡ, A. = Κολωνός 11 , Call. Fr. 428 .
κομᾰρίς , ίδος , ἡ , a fish, Epich. 47 . κομᾰρίς,ίδος,ἡ, a fish, Epich. 47 .
hair κόμ-η, ἡ, hair of the head, [[ 8th c.BC: Ilias Homerus Epicus “Illiad” 22.406, etc.: less frequently in _plural_, κὰδ δὲ κάρητος οὔλας ἧκε κόμας 8th c.BC: Odyssea Homerus Epicus “Odyssey” 6.231
κομισ-τή , ἡ , = κομιδή 1 , Hsch. κομισ-τή,ἡ, A. = κομιδή 1 , Hsch.
κομίσ-τρια , ἡ , fem. of κομιστήρ, = τροφός , AB 267 , Hsch. ; as epith. of Nature, Orph. H. 10.16 . κομίσ-τρια,ἡ, fem. ofκομιστήρ, A. = τροφός , AB 267 , Hsch. ; as epith. of Nature, Orph. H. 10.16
κομίσκη , Dor. κόμ-ᾱ , ἡ , Dim. of κόμη , Alcm. 1.101 Diehl. κομίσκη, Dor. κόμ-ᾱ,ἡ, Dim. of κόμη, Alcm. 1.101 Diehl.
of κομμ-ωτικός,ή,όν, A. oforfor embellishment, ἄσκησις Luc. Am. 9 ; ποικιλία Them. Or. 24.303c ; τίνι διαφέρει τοῦ κ. τὸ κοσμητικὸν τῆς ἰατρικῆς μέρος Gal. 12.434 , cf. UP 1.9 :ἡ -κή(sc.τέχνη)
κομποθηλαία ( -θυλ - cod.), ἡ , gloss on στρόφος , = ζώνη , Sch.rec. A. Th. 871 ; cf. sq. κομποθηλαία(-θυλ- cod.),ἡ, A. gloss on στρόφος , = ζώνη , Sch.rec. A. Th. 871 ; cf. sq.
κονδῠ́λ-ωσις , εως , ἡ , = foreg., Hp. Haem. 4 , 5 . κονδῠ́λ-ωσις,εως,ἡ,=foreg., Hp. Haem. 4 , 5 .
κοπ-τή , ἡ , = θαλάσσιον πράσον , Dionys.Utic. ap. Ath. 14.648e . v. κοπτός 11.2 . κοπ-τή,ἡ, A. = θαλάσσιον πράσον , Dionys.Utic. ap. Ath. 14.648e . II. v. κοπτός 11.2 .
κοπρο-θήκη , ἡ , = foreg., Gloss. κοπρο-θήκη,ἡ,=foreg.,Gloss.
κόπρον , τό , used for κόπρος, ἡ , acc. to Gal. 12.290 . κόπρον,τό, used forκόπρος,ἡ , acc. to Gal. 12.290 .
Κόρα , ἡ , v. κόρη (B). Κόρα,ἡ, A. v. κόρη (B).
κορακ-ησία , ἡ , name of a herb, Pythag. ap. Plin. HN 24.156 . κορακ-ησία,ἡ, name of a herb, Pythag. ap. Plin. HN 24.156 .
κορακ-ῑνίς , ίδος , ἡ , fem. form of κορακῖνος 11 , Gp. 20.25.2 . κορακ-ῑνίς,ίδος,ἡ, fem. form of A. κορακῖνος 11 , Gp. 20.25.2 .
κόραυνα , ἡ , barbarism for κόρη , Ar. Av. 1678 . κόραυνα,ἡ, barbarism forκόρη, Ar. Av. 1678 .