tiger-like τ[ῐ]γρήϊος,ον, orη,ον, A. tiger-like,τ. ἴχνος ἀείρειcj. in Euph. in Riv.Fil. 13(1935).67 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
tiger-like τ[ῐ]γρήϊος,ον, orη,ον, A. tiger-like,τ. ἴχνος ἀείρειcj. in Euph. in Riv.Fil. 13(1935).67 .
τᾰκηρός , ά , όν , = τακερός , Dsc. 1.106 . τᾰκηρός,ά,όν, A. = τακερός , Dsc. 1.106 .
τᾰλᾰ-ός , ή , όν , ( Τλάω ) = τλήμων , Ar. Av. 687 (anap.), Q.S. 1.759 . τᾰλᾰ-ός,ή,όν, (Τλάω) A. = τλήμων , Ar. Av. 687 (anap.), Q.S. 1.759 .
τᾰλαίμοχθος , ον , = ταλαίπωρος , Eust. 1735.48 . τᾰλαίμοχθος,ον, A. = ταλαίπωρος , Eust. 1735.48 .
τᾰλαντ-ιεῖος , α , ον , = foreg. 11 , στρῶμα PMich.Zen. 13.3 (iii B.C.) . τᾰλαντ-ιεῖος,α,ον,=foreg. 11 , A. στρῶμα PMich.Zen. 13.3 (iii B.C.).
τᾰλᾰ́σ-ιος , ον , = ταλασήϊος, ἔργα X. Oec. 7.6 . τᾰλᾰ́σ-ιος,ον, A. = ταλασήϊος, ἔργα X. Oec. 7.6 .
τᾱλίκος , ον , Dor. for τηλίκος . τᾱλίκος,ον, Dor. forτηλίκος.
outstretched, tall, taper τᾰνᾰός,ή,όν, alsoός,όν Il. 16.589 , E. Ba. 831 : (τείνω: prop.ταναϝός, cf. sq.):— A. outstretched, tall, taper, αἰγανέη Il. l.c.; ἀστάχυες h.Cer. 454 ; πῦρ . . , ὅσον -
τᾰνύ-κνημος , ον , = foreg., ib. 28.17 , 36.188 . τᾰνύ-κνημος,ον,=foreg., ib. 28.17 , 36.188 .
τᾰνύ-τρῐχος , ον , = τανύθριξ , Opp. C. 1.187 . τᾰνύ-τρῐχος,ον, A. = τανύθριξ , Opp. C. 1.187 .
τᾰνῠσί-πτερος , ον , = τανύπτερος, ὄρνιθες Od. 5.65 , cf. Hes. Op. 212 , Alc. 84 ; κίχλαι Od. 22.468 ; ἀλκυόνες Ibyc. 8 ; οἰωνός h.Merc. 213 ; χελιδών Ar. Av. 1411 (lyr.). τᾰνῠσί-πτερος,ον, A. = ταν
τᾰνῠσι-πτέρῠγος , ον , = foreg., Man. 2.78 . τᾰνῠσι-πτέρῠγος,ον,=foreg., Man. 2.78 .
τᾰρῑχ-ευτικός , ή , όν , = ταριχηρός (which is v.l.), Dsc. 2.32 . τᾰρῑχ-ευτικός,ή,όν, A. = ταριχηρός (which is v.l.), Dsc. 2.32 .
τάρῑχ-ος , ον , = ταριχευτός , Ael. NA 12.6 . τάρῑχ-ος,ον, A. = ταριχευτός , Ael. NA 12.6 .
of bulls, oxen ταύρ-ειος,α,ον, alsoος,ον E. Hel. 1582 :— A. of bulls, oxen, orcows, φόνος A. Th. 44 ;κέρατα, αἷμα, S. Tr. 518 (lyr.), Fr. 178 , Ar. Eq. 83 ; χολή Sor. 1.64 , POxy. 234.45 (ii/ii
ταυρεόμορφος , ον , = ταυρόμορφος , PMag.Par. 1.2548 . ταυρεόμορφος,ον, A. = ταυρόμορφος , PMag.Par. 1.2548 .
killing bulls ταυρο-κτόνος,ον, A. killing bulls, λέοντες Id. Ph. 400 (lyr.). II. proparox.ταυρόκτονος,ον , Pass. ,killed by a bull, Ammon. Diff. p.129V.
ταυρο-φόνος , ον , = ταυροσφάγος, τριετηρίς Pi. N. 6.40 ; δόρπα AP 11.60 (Paul. Sil.); τ. λέων BCH 21.599 (Delph., iv B.C. ), Orph. H. 14.2 ; f.l. in Theoc. 17.20 . ταυρο-φόνος,ον, A. = ταυροσφάγος,
ταὐτο-σήμαντος , ον , Sch. E. Hec. 16 , Eust. 101.37 . ταὐτο-σήμαντος,ον, Sch. E. Hec. 16 , Eust. 101.37 .
τειχ-ωτός , ή , όν , = τειχικός, στέφανος CIL 3 (Supp.). 13648 ( Amastris ), etc. τειχ-ωτός,ή,όν, A. = τειχικός, στέφανος CIL 3 (Supp.). 13648 (Amastris), etc.
τεκετόνος , ον , f.l. for τεκοκτόνος in Orph. L. 315 . τεκετόνος,ον, A. f.l. for τεκοκτόνος in Orph. L. 315 .
τεκοκτόνος , ον , = τεκνοκτόνος , v. τεκεκτόνος . τεκοκτόνος,ον, A. = τεκνοκτόνος , v. τεκεκτόνος .
τελειο-τόκος , ον , = τελεσφόρος, ἐνιαυτοί IG 9(1).874 (Corc., ii B.C. ). τελειο-τόκος,ον, A. = τελεσφόρος, ἐνιαυτοί IG 9(1).874 (Corc.,ii B.C.).
bearing perfect young τελειόγον-ος(parox.),ον, A. bearing perfect young, Arist. GA 770a33 . II. proparox.τελεόγονος,ον, Pass. ,born in dueorfull time, Id. HA 585a18 .