a small cup κοτύλ-η, ἡ, anything hollow (πᾶν τὸ κοῖλον κοτύλην ἐκάλουν οἱ παλαιοί [[ 2nd c.AD: Apollodorus Damascenus Mechanicus cited in 2nd c.AD: Athenaeus Epigrammaticus 11.479a, cf. Scholia 8th c
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
a small cup κοτύλ-η, ἡ, anything hollow (πᾶν τὸ κοῖλον κοτύλην ἐκάλουν οἱ παλαιοί [[ 2nd c.AD: Apollodorus Damascenus Mechanicus cited in 2nd c.AD: Athenaeus Epigrammaticus 11.479a, cf. Scholia 8th c
quadrigarium, charioteer's κουβαρίς,ίδος,ἡ, A. = ὄνος 111 , Dsc. 2.35 tit.κουβηζός: στηβεύς, Hsch. κουδριγάριον ἄλειμμα,=Lat.quadrigarium, charioteer'sointment, Hippiatr. 130 .κουκᾶ: πάππων, ἢ κυκ
κουλεόν , κουλεός , v. κολεόν, κολεός . κουλιβός: ἡ πίτυς , Hsch. κουλεόν,κουλεός, A. v. κολεόν, κολεός .κουλιβός: ἡ πίτυς, Hsch.
κουλῠβάτεια [ βᾰ], ἡ , = κλύβατις , Nic. Th. 589 , 851 . κουλῠβάτεια[βᾰ],ἡ, A. = κλύβατις , Nic. Th. 589 , 851 .
κουρ-ευτικός , ή , όν , = κουρεύσιμος , Sch.E.l.c.; μαχαιρίδια Olymp. Vit.Pl. p.3 W. κουρ-ευτικός,ή,όν, A. = κουρεύσιμος , Sch.E.l.c.; μαχαιρίδια Olymp. Vit.Pl. p.3 W.
κουρ-εύτρια , ἡ , fem. of κουρεύς, κουρευτής , Plu. Ant. 60 . κουρ-εύτρια,ἡ, fem. ofκουρεύς, κουρευτής, Plu. Ant. 60 .
κουράς , άδος , ἡ , = ὀροφή , Hsch. s.v. ἐγκουράδες. painting on a ceiling , Id. κουράς,άδος,ἡ, A. = ὀροφή , Hsch. s.v. ἐγκουράδες. 2. painting on a ceiling, Id.
κουτάλη , ἡ , Dor. for σκυτάλη , EM 555.18 (cod.Par.); sedv. κώταλις . κουτάλη,ἡ, Dor. forσκυτάλη, EM 555.18 (cod.Par.); sedv.κώταλις.
κουφο-ξῠλαία or κουφο-έα , ἡ , = χαμαιάκτη , Orib. Fr. 118 . κουφο-ξῠλαίαorκουφο-έα,ἡ, A. = χαμαιάκτη , Orib. Fr. 118 .
κοχλίς , ίδος , ἡ , Dim. of κόχλος , in pl., Luc. Cat. 16 , Man. 5.24 . precious stone found in Arabia, Plin. HN 37.194 . κοχλίς,ίδος,ἡ, Dim. of κόχλος, in pl., Luc. Cat. 16 , Man. 5.24 . II. precio
κρᾱἅρα: κόσκινον ἢ ὄρυγμα , Hsch. (Elean for κρησέρα ). κρᾱἅρα: κόσκινον ἢ ὄρυγμα, Hsch. (Elean forκρησέρα).
κράβη , ἡ , = κράμβη , PPetr. 3p.328 (iii B. C.) . κράβη,ἡ, A. = κράμβη , PPetr. 3p.328 (iii B. C.).
Squilla mantis κραγγών,όνος,ἡ, a kind ofκαρίς, prob. A. Squilla mantis, Arist. HA 525b2 : withv.l. κράγγη,ἡ, ib. 21 , 29 . II. = κίσσα , Hsch.
κρᾰδία , ἡ , Dor. for κραδίη , also in Trag.; v. καρδία . κρᾰδία,ἡ, Dor. forκραδίη, also in Trag.; A. v. καρδία .
κρᾰδίη , ἡ , Ion. and Ep. for καρδία . κρᾰδίη,ἡ, Ion. and Ep. forκαρδία.
dissipation κραιπᾰλ-η, ἡ, drinking-bout, ἐκ κραιπάλης [[ 5th-6th c.BC: Aristophanes Comicus “Acharnenses” 277, “V.” 1255; τὰς κεφαλὰς ὑγιεῖς ἔχειν ἐκ κ. 2nd c.AD: Alexander Rhetor 9.8; κ. καὶ μέθη NT
κράκτρια , ἡ , pecul. fem. of κράκτης , Hsch. s.v. λακέρυζα . κράκτρια,ἡ, pecul. fem. ofκράκτης, Hsch. A. s.v. λακέρυζα .
κράμβος (A), η , ον , = ξηρός , Hsch. of sound, (cf. καπυρός ) loud, ringing , κ. γέλως Id.; κραμβότατον στόμα Ar. Eq. 539 . κράμβος(A),η,ον, A. = ξηρός , Hsch. II. of sound, (cf.καπυρός)loud, ring
κραν-ία , ἡ , v. κράνεια . κραν-ία,ἡ, A. v. κράνεια .
κράν-τειρα , ἡ , fem. of sq. 11 , APl. 4.220 (Antip.), Orph. Fr. 176 . κράν-τειρα,ἡ, fem. of sq. 11 , APl. 4.220 (Antip.), Orph. Fr. 176 .
κράνινος [ ᾰ], η , ον , = κρανέϊνος, τόξα Paus. 1.21.5 . κράνινος[ᾰ],η,ον, A. = κρανέϊνος, τόξα Paus. 1.21.5 .
κράος: ἐν ᾧ τὴν γῆν σκάλλουσι, καὶ ἡ σκαλευομένη ἄμπελος , Hsch. κράος: ἐν ᾧ τὴν γῆν σκάλλουσι, καὶ ἡ σκαλευομένη ἄμπελος, Hsch.
green fodder κράστις(κρᾶστις Harp. ),εως,ἡ, A. = γράστις (q.v.),green fodder, esp. for horses ( ἡ κ. τῶν ἵππων PGrenf. 1.42.11 (ii B. C.)), Ar. Fr. 798 , Din. Fr. 46.2 , Arist. HA 595b26 , Thphr.
κρᾰταί-γονος , ἡ , = κραταιόγονον , Thphr. HP 9.18.5 (prob.l.):— also κρᾰταί-γονον , τό , Ps.- Dsc. 3.124 , Hsch. κρᾰταί-γονος,ἡ, A. = κραταιόγονον , Thphr. HP 9.18.5 (prob.l.):— alsoκρᾰταί-γονον,τό