κράμβος(A),η,ον,
A.
= ξηρός , Hsch.
II. of sound, (cf.καπυρός)loud, ringing,κ. γέλωςId.; κραμβότατον στόμα
Ar. Eq. 539
.
κράμβος (A), η , ον , = ξηρός , Hsch. of sound, (cf. καπυρός ) loud, ringing , κ. γέλως Id.; κραμβότατον στόμα Ar. Eq. 539 .
κράμβος(A),η,ον,
A.
= ξηρός , Hsch.
II. of sound, (cf.καπυρός)loud, ringing,κ. γέλωςId.; κραμβότατον στόμα
Ar. Eq. 539
.