χαρτο-φύλαξ [ ῠ], ᾰκος , ὁ , = χαρτουλάριος , Lyd. Mag. 3.19 , Choerob. in Theod. 1.287H. , Suid. s.v. Γεώργιος. χαρτο-φύλαξ[ῠ],ᾰκος,ὁ, A. = χαρτουλάριος , Lyd. Mag. 3.19 , Choerob. in Theod. 1.287H
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
χαρτο-φύλαξ [ ῠ], ᾰκος , ὁ , = χαρτουλάριος , Lyd. Mag. 3.19 , Choerob. in Theod. 1.287H. , Suid. s.v. Γεώργιος. χαρτο-φύλαξ[ῠ],ᾰκος,ὁ, A. = χαρτουλάριος , Lyd. Mag. 3.19 , Choerob. in Theod. 1.287H
χαυνόφρων , φρονος , ὁ , ἡ , = χαλίφρων , Sch. Od. 4.371 . χαυνόφρων,φρονος,ὁ,ἡ, A. = χαλίφρων , Sch. Od. 4.371 .
χειλός , ὁ , with its derivs., v. χιλός. χειλός,ὁ, with its derivs., A. v. χιλός.
χειλοτένων , οντος , ὁ , epith. of crabs, Batr. 297 . χειλοτένων,οντος,ὁ, epith. of crabs, Batr. 297 .
χειρό-μῠλον , τό , = χειρομύλη , Cass.Fel. 40 , Gloss. ; also χειρό-μῠλος , ὁ , ib., Edict.Diocl. 15.55 . χειρό-μῠλον,τό, A. = χειρομύλη , Cass.Fel. 40 ,Gloss.; alsoχειρό-μῠλος,ὁ, ib., Edict.Diocl.
χειρό-πους , ὁ , ἡ , χειρό-πους,ὁ,ἡ,
χειροτεχν-ίτης [ῑ] , ου , ὁ , = χειροτέχνης , Sch.rec. A. Pr. 893 . χειρό-τμημα , ατος , τό , in pl., f.l. for χειρόκμητα in Zos.Alch. pp.209,239 B. χειροτεχν-ίτης [ῑ],ου,ὁ, A. = χειροτέχνης , Sch.r
χειρων-άκτης , ου , ὁ , = χειρῶναξ , Zonar. : -ακτέων (gen. pl.) is f.l. in Hp. Acut. 44 . χειρων-άκτης,ου,ὁ, A. = χειρῶναξ , Zonar. :-ακτέων(gen. pl.) isf.l. in Hp. Acut. 44 .
χελεύς , έως , ὁ , = χέλυς , Hsch. χελεύς,έως,ὁ, A. = χέλυς , Hsch.
χελλαρίης , ου , ὁ , a sea-fish, = ὀνίσκος , Dorio ap. Ath. 3.118c . χελλαρίης,ου,ὁ, a sea-fish, A. = ὀνίσκος , Dorio ap. Ath. 3.118c .
χελών , ῶνος , ὁ , v. χελλών. χελών,ῶνος,ὁ, A. v. χελλών.
χεράριος , ὁ , a public officer at Ilium, perh. (from χείρ ) = χειρονόμος (q.v.), CIG 3620 , 3621 . χεράριος,ὁ, a public officer at Ilium, perh. (fromχείρ) A. = χειρονόμος (q.v.), CIG 3620 , 3621 .
χερν-ήτης , <*> ὁ , = χερνής , A. Pr. 893 (lyr.), D.H. 7.11 , S.E. M. 2.105 , Ael. Fr. 342 ; <>δρὸς χερνήτεω Simon. 124A. χερν-ήτης, <*>ὁ, A. = χερνής , A. Pr. 893 (lyr.), D.H. 7.11 , S.E. M. 2.105
χερν-ήτωρ , ορος , ὁ , poet. for χερνήτης, Man. 4.114 . χερν-ήτωρ,ορος,ὁ, poet. forχερνήτης, Man. 4.114 .
χεσᾶς , ᾶντος , ὁ , = χεζητιῶν , Poll. 5.91 , Sch. Ar. Av. 791 , Suid. χεσᾶς,ᾶντος,ὁ, A. = χεζητιῶν , Poll. 5.91 , Sch. Ar. Av. 791 , Suid.
χηλ-ᾶς , ὁ , = ῥάπτης, πλέκτης , Hsch. χηλ-ᾶς,ὁ, A. = ῥάπτης, πλέκτης , Hsch.
χηρᾰμών , όνος , ὁ , = χηραμός , dat. pl. χηραμόνεσσιν Orph. A. 1266 . χηρᾰμών,όνος,ὁ, A. = χηραμός , dat. pl. χηραμόνεσσιν Orph. A. 1266 .
χθύπτης , ου , ὁ , epith. of τυρός, Thespis 4 (anap., θύπτην cj. Salmasius, cf. θύπτης ). χθύπτης,ου,ὁ, epith. ofτυρός, Thespis 4 (anap.,θύπτηνcj. Salmasius, cf.θύπτης).
χῐθωνίσκος , ὁ , = χιτων- , IG 22.1514.7 . χῐθωνίσκος,ὁ, A. = χιτων- , IG 22.1514.7 .
lasting a thousand years, χῑλῐέτ-ης,ου,ὁ, orχῑλῐετ-ετής,έος,ὁ , ἡ:— A. lasting a thousand years, περίοδος, πορεία, Pl. Phdr. 249a , R. 621d ; βίος Arist. GA 745a34 : fem. acc.-ετιν v.l. in Pl. R.
χῑλιο-κράτωρ , ορος [ᾰ] , ὁ , = χιλίαρχος , Tz. H. 3.719 . χῑλιο-κράτωρ,ορος[ᾰ],ὁ, A. = χιλίαρχος , Tz. H. 3.719 .
of a thousand ships, χῑλιό-ναυς,εως,ὁ,ἡ, A. of a thousand ships, στρατός E. Or. 352 (anap.); ὁ χ. Ἑλλάδος Ἄρης Id. Andr. 106 (eleg.);ἐλάταις χιλιόναυσιν, = χιλίαις ναυσί , Id. IA 174 (lyr.); al
χῑλιό-φυλλος , ὁ , = πολύγονον ἄρρεν , Ps.- Dsc. 4.4 . = Ἀχίλλειος , ib. 36 . v. στρατιώτης 11 . χῑλιό-φυλλος,ὁ, A. = πολύγονον ἄρρεν , Ps.- Dsc. 4.4 . 2. = Ἀχίλλειος , ib. 36 . II. v. στρατιώτη
χῑλιό-χρῡσος , ὁ , name of a compound plaster, Alex.Trall. 12p.561P. χῑλιό-χρῡσος,ὁ, name of a compound plaster, Alex.Trall. 12p.561P.