LSJχηρᾰμώνGlossχηρᾰμών , όνος , ὁ , = χηραμός , dat. pl. χηραμόνεσσιν Orph. A. 1266 .χηρᾰμών,όνος,ὁ,A.= χηραμός , dat. pl. χηραμόνεσσινOrph. A. 1266.ReferencesOrph. A. 1266