λᾰρίς , ίδος , ἡ , = λάρος , AP 7.652 ( Leon. ), 654 (Id.). λᾰρίς,ίδος,ἡ, A. = λάρος , AP 7.652 ( Leon. ), 654 (Id.).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λᾰρίς , ίδος , ἡ , = λάρος , AP 7.652 ( Leon. ), 654 (Id.). λᾰρίς,ίδος,ἡ, A. = λάρος , AP 7.652 ( Leon. ), 654 (Id.).
λᾰρυγγο-τομία , ἡ , ibid. λᾰρυγγο-τομία,ἡ, ibid.
Λασίσματα: ὡς σοφιστοῦ τοῦ Λάσου καὶ πολυπλόκου , Hsch. λασιτός: κίναιδος, ἢ Λασίσματα: ὡς σοφιστοῦ τοῦ Λάσου καὶ πολυπλόκου, Hsch. λασιτός: κίναιδος, ἢ
Λᾰτίνη [ ῑ], ἡ , Latium , Plb. 3.22.13 , Str. 5.3.10 . Λᾰτίνη[ῑ],ἡ ,Latium, Plb. 3.22.13 , Str. 5.3.10 .
λατρ-ευτός , ή , όν , = foreg., ἔργον LXX Ex. 12.16 . λατρ-ευτός,ή,όν,=foreg., A. ἔργον LXX Ex. 12.16 .
λάττα: μυῖα (Polyrrhen.), Hsch. λα<τ>ταία: παραξιφίς, καὶ ἡ περὶ ζώνην μάχαιρα , Id. λάττα: μυῖα(Polyrrhen.), Hsch. λα<τ>ταία: παραξιφίς, καὶ ἡ περὶ ζώνην μάχαιρα, Id.
of λᾱτῠπ-ικός,ή,όν, A. oforfor hewing, σμίλη Hsch. s.v. εὐσμίλωτα (-ήλ- cod.); ἡ λ. τέχνη Porph. Hist.Phil. 11 .
throat λαυκᾰνίη,ἡ, A. throat, φαίνετο δ' ᾗ κληῗδες ἀπ' ὤμων αὐχέν' ἔχουσι, λαυκανίην Il. 22.325 (cf. 24.642 :λευκανίηisv.l.ibid. (cf. Ruf. Onom. 48 , 68 ) and prevails in later Ep. , as Orph. L. 55
alley, lane, passage λαύρα, Ep. and Ion. λᾱτῠ́π-ρη,ἡ, A. alley, lane, passage, Od. 22.128 , 137 , Pi. P. 8.86 , Hdt. 1.180 , Hermesian. 7.65 , Herod. 1.13 , POxy. 1449.6 (iii A.D.), etc.;ἡ τῶν Σαμί
λάφ-υξις , εως , ἡ , = λαφυγμός , Ath. 8.362f . λάφ-υξις,εως,ἡ, A. = λαφυγμός , Ath. 8.362f .
Λαφρία , ἡ , epith. of Artemis, Paus. 4.31.7 , etc., cf. Str. 10.2.21 , Ant.Lib. 40.2 ; of Athena, Lyc. 356 , etc.:—so Λάφριος , of Hermes, Id. 835 . Λαφρία,ἡ, epith. of Artemis, Paus. 4.31.7 , etc.,
λᾰφῡρᾰγωγ-ητικός , ή , όν , gloss on ἀγελείη , Sch.Lips. Il. 4.128 Bekker. λᾰφῡρᾰγωγ-ητικός,ή,όν, A. gloss on ἀγελείη , Sch.Lips. Il. 4.128 Bekker.
λάχ-ησις , εως , ἡ , = λάχεσις 11 , Sch. Lyc. 1141 . λάχ-ησις,εως,ἡ, A. = λάχεσις 11 , Sch. Lyc. 1141 .
λᾰχᾰν-ικός , ή , όν , = λαχανηρός , Inscr.Magn. 116.42 (ii A.D.) . λαχανικόν (sc. τέλος ), τό , tax on market-gardeners , dub. in Ostr. 787 (i A.D.) , Sammelb. 2085 . λᾰχᾰν-ικός,ή,όν, A. = λαχανηρός
λᾰχᾰνόπωλ-ις , ιδος , ἡ , = -ήτρια , Ar. V. 497 , Alexand.Com. 7 . λᾰχᾰνόπωλ-ις,ιδος,ἡ, A. = -ήτρια , Ar. V. 497 , Alexand.Com. 7 .
λαψάρων: τῇ χειρὶ ποτίζων, ἢ ἁπτόμενος , Hsch. λαψάρων: τῇ χειρὶ ποτίζων, ἢ ἁπτόμενος, Hsch.
λέα , ἡ , v. λαιαί . λέα,ἡ, A. v. λαιαί .
λεάδα: ἡ ἐξοχὴ τῶν πετρῶν , Hsch. ; cf. λεδδά . λεάδα: ἡ ἐξοχὴ τῶν πετρῶν, Hsch. ; cf.λεδδά.
λεάν-τειρα , ἡ , fem. of λεαντήρ, κίσηρις AP 6.295 ( Phan. ). λεάν-τειρα,ἡ, fem. of A. λεαντήρ, κίσηρις AP 6.295 ( Phan. ).
λεγιώνη , ἡ , = λεγεών , SIG 830 (Delphi, ii A.D. ). λεγιώνη,ἡ, A. = λεγεών , SIG 830 (Delphi,ii A.D.).
λέγνη , ἡ , = sq., Sch. Call. Dian. 12 , Hsch. λέγνη,ἡ,=sq., Sch. Call. Dian. 12 , Hsch.
λεδδά: ἡ ἐξοχὴ τῶν πτερνῶν , Hsch. ; cf. λεάδα . λεδρεῖται: φροντίζει, θέλει, βούλεται , Id. λέη: ὁμοίως , Id. λεδδά: ἡ ἐξοχὴ τῶν πτερνῶν, Hsch. ; cf.λεάδα.λεδρεῖται: φροντίζει, θέλει, βούλεται, Id.λέ
λεηλ-άτησις [ ᾰ], εως , ἡ , = λεηλασία , Aen.Tact. 16.5 . λεηλ-άτησις[ᾰ],εως,ἡ, A. = λεηλασία , Aen.Tact. 16.5 .
λειεντερ-ικός , ή , όν , = sq., Hp. Epid. 3.8 , Ruf. ap. Orib. 5.3.4 , 8.24.30 , Gal. 8.389 . λειεντερ-ικός,ή,όν,=sq., Hp. Epid. 3.8 , Ruf. ap. Orib. 5.3.4 , 8.24.30 , Gal. 8.389 .