ἡβ-ήτωρ , ορος , ὁ , = ἡβητήρ, κίχλαι Matro Conv. 78 . ἡβ-ήτωρ,ορος,ὁ, A. = ἡβητήρ, κίχλαι Matro Conv. 78 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἡβ-ήτωρ , ορος , ὁ , = ἡβητήρ, κίχλαι Matro Conv. 78 . ἡβ-ήτωρ,ορος,ὁ, A. = ἡβητήρ, κίχλαι Matro Conv. 78 .
θεο-δέκτωρ , ορος , ὁ , ἡ , = θεηδόχος , Hsch. θεο-δέκτωρ,ορος,ὁ,ἡ, A. = θεηδόχος , Hsch.
θεοσέπτωρ , ορος , ὁ ,= θεοσεβής , E. Hipp. 1364 (anap.). θεοσέπτωρ,ορος,ὁ,=θεοσεβής, E. Hipp. 1364 (anap.).
θηρ-άτωρ [ᾱ] , Ion. θηρ-ήτωρ , ορος , ὁ ,= θηρατήρ, θηρήτορας ἄνδρας Il. 9.544 ; [ κύων] θηράτωρ Nic. Dam. 56J. θηρ-άτωρ [ᾱ], Ion. θηρ-ήτωρ,ορος,ὁ,= A. θηρατήρ, θηρήτορας ἄνδρας Il. 9.544 ; [ κύω
θοιν-ήτωρ , ορος , ὁ , = θοινάτωρ , AP 7.241 ( Antip.Sid. ). θοιν-ήτωρ,ορος,ὁ, A. = θοινάτωρ , AP 7.241 ( Antip.Sid. ).
θρην-ήτωρ , ορος , ὁ ,= θρηνητήρ , Man. 4.190 . θρην-ήτωρ,ορος,ὁ,=θρηνητήρ, Man. 4.190 .
ἰάτωρ [ ῑᾱ ], Ion. ἰήτωρ , ορος , ὁ ,= ἰατρός , Alcm. 23.89 , IG 9(2).317 ( Tricca ), Hsch. ἰάτωρ[ῑᾱ], Ion. ἰήτωρ,ορος,ὁ,=ἰατρός, Alcm. 23.89 , IG 9(2).317 (Tricca), Hsch.
ἱεροφάντ-ωρ , ορος , ὁ ,= ἱεροφάντης , Suid. s.v. Ἰονλιανός . ἱεροφάντ-ωρ,ορος,ὁ,=ἱεροφάντης, Suid. A. s.v. Ἰονλιανός .
ἵκτωρ , ορος , ὁ ,= ἱκέτης , but used of women in A. Supp. 653 (lyr.). ἵκτωρ,ορος,ὁ,=ἱκέτης, but used of women in A. Supp. 653 (lyr.).
ἱππο-κράτωρ [ ᾰ], ορος , ὁ , the constellation Centaurus , Teucerin Boll Sphaera 20 . ἱππο-κράτωρ[ᾰ],ορος,ὁ , the constellationCentaurus, Teucerin Boll Sphaera 20 .
Κάστωρ , ορος , ὁ , Castor , Il. 3.237 , etc. Κάστωρ,ορος,ὁ,Castor, Il. 3.237 , etc.
κάτωρ , ορος , ὁ , dub. l. ( δῖε κ. , v.l. δῖ' ἑκάτωρ ) h.Bacch. 55 . κάτωρ,ορος,ὁ, dub. l. (δῖε κ., A. v.l. δῖ' ἑκάτωρ ) h.Bacch. 55 .
Καυκάσιον ὄρος Hdt. 1.104 .—The region was Καυκασία , ἡ , and the inhabitants Καυκασῖται , Καυκασιανοί , St.Byz. Καυκάσιον A. ὄρος Hdt. 1.104 .—The region wasΚαυκασία,ἡ, and the inhabitantsΚαυκασῖ
κηδέστ-ωρ , ορος , ὁ , = κηδεμών 1 , Man. 4.514 . κηδέστ-ωρ,ορος,ὁ, A. = κηδεμών 1 , Man. 4.514 .
κνάπτωρ or γνάπτωρ , ορος , ὁ , poet. for κναφεύς , Man. 4.422 . κνάπτωρorγνάπτωρ,ορος,ὁ, poet. forκναφεύς, Man. 4.422 .
κομάκτωρ , ορος , ὁ , dub. sens., Rhinth. 9 , Inscr.Magn. 217 (pl., i B.C. ). κομάκτωρ,ορος,ὁ, dub. sens., Rhinth. 9 , Inscr.Magn. 217 (pl.,i B.C.).
κράν-τωρ , ορος , ὁ , = κραντήρ, κ. ἐλευθερίας Epigr. ap. Paus. 8.52.6 . ruler, sovereign , E. Andr. 508 (lyr.), AP 6.116 ( Samos ). κράν-τωρ,ορος,ὁ, A. = κραντήρ, κ. ἐλευθερίας Epigr. ap. Paus. 8.5
κρᾰτ-ήτωρ , ορος , ὁ , = κρατητής , word coined by Alexarchus, Heraclid.Lemb. 5 . Astrol., ruling star , Ptol. Tetr. 198 . κρᾰτ-ήτωρ,ορος,ὁ, A. = κρατητής , word coined by Alexarchus, Heraclid.Lemb.
κτίσ-τωρ , ορος , ὁ , = κτίστης, Αἴτνας Pi. Fr. 105 ; Ἀσιάδος χθονός E. Ion 74 ; ὁ τῆς στοᾶς κ. , of Zeno, Ath. 9.370c ; ἀγαθῶν . . εὑρετὴν καὶ κτίστορα Diph. (?) 138 . κτίσ-τωρ,ορος,ὁ, A. = κτίστης
κωμ-άστωρ , ορος , ὁ , poet. for κωμαστής 1 , Man. 4.493 . κωμ-άστωρ,ορος,ὁ, poet. for A. κωμαστής 1 , Man. 4.493 .
κωμ-ήτωρ , ορος , ὁ , = κωμήτης , St.Byz. s.v. κώμη . κωμ-ήτωρ,ορος,ὁ, A. = κωμήτης , St.Byz. s.v. κώμη .
λη-ί̈στωρ , ορος , ὁ , = ληϊστήρ , Od. 15.427 , Nic. Th. 347 : in Prose λῄστωρ , Sammelb. 4309.14 (iii B.C.) as Adj. , ληί̈στορι χαλκῷ AP 9.649 ( Maced. ). λη-ί̈στωρ,ορος,ὁ, A. = ληϊστήρ , Od. 15.42
λικμ-ήτωρ , ορος , ὁ , = λικμητήρ , metaph., λ. ἀσεβῶν LXX Pr. 20.20(26) . λικμ-ήτωρ,ορος,ὁ, A. = λικμητήρ , metaph., λ. ἀσεβῶν LXX Pr. 20.20(26) .
λογο-πράκτωρ , ορος , ὁ , dub. sens. in PBaden 26.40 (iii A.D.) . λογο-πράκτωρ,ορος,ὁ, dub. sens. in PBaden 26.40 (iii A.D.).