LSJθεοσέπτωρGlossθεοσέπτωρ , ορος , ὁ ,= θεοσεβής , E. Hipp. 1364 (anap.).θεοσέπτωρ,ορος,ὁ,=θεοσεβής, E. Hipp. 1364 (anap.).