κηδάζω , κηδαλίζω , = καθαίρω , Hsch. κηδαίνω , collat. form of κήδω , Id. κήδαλον: αἰδοῖον, κέρας, σκάλαθρον , Id. κηδάζω,κηδαλίζω, A. = καθαίρω , Hsch. κηδαίνω, collat. form ofκήδω, Id.κήδαλον: α
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κηδάζω , κηδαλίζω , = καθαίρω , Hsch. κηδαίνω , collat. form of κήδω , Id. κήδαλον: αἰδοῖον, κέρας, σκάλαθρον , Id. κηδάζω,κηδαλίζω, A. = καθαίρω , Hsch. κηδαίνω, collat. form ofκήδω, Id.κήδαλον: α