λιμφεύειν: ἀπατᾶν , Hsch. λιμφός: συκοφάντης, ἢ μηνυτὴς παρανόμων , Id. λιμφεύειν: ἀπατᾶν, Hsch. λιμφός: συκοφάντης, ἢ μηνυτὴς παρανόμων, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λιμφεύειν: ἀπατᾶν , Hsch. λιμφός: συκοφάντης, ἢ μηνυτὴς παρανόμων , Id. λιμφεύειν: ἀπατᾶν, Hsch. λιμφός: συκοφάντης, ἢ μηνυτὴς παρανόμων, Id.