λώεσσαν: τὴν ἅμαξαν , Hsch. (also λώλεσσαν ). λωϊσμόν: χῶμα ἢ κλωσμένον , Id. λωί̈τερος , v. λωί̈ων . λωϊτήνη: συμφερωτέρα , Id. λώεσσαν: τὴν ἅμαξαν, Hsch. (alsoλώλεσσαν).λωϊσμόν: χῶμα ἢ κλωσμένον, Id
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λώεσσαν: τὴν ἅμαξαν , Hsch. (also λώλεσσαν ). λωϊσμόν: χῶμα ἢ κλωσμένον , Id. λωί̈τερος , v. λωί̈ων . λωϊτήνη: συμφερωτέρα , Id. λώεσσαν: τὴν ἅμαξαν, Hsch. (alsoλώλεσσαν).λωϊσμόν: χῶμα ἢ κλωσμένον, Id