ναισιελία , ἡ , = ἀποπληξία, ἐμβροντησία , Hsch. :—also ναισήματα , Id. ναισιελία,ἡ, A. = ἀποπληξία, ἐμβροντησία , Hsch. :—alsoναισήματα, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ναισιελία , ἡ , = ἀποπληξία, ἐμβροντησία , Hsch. :—also ναισήματα , Id. ναισιελία,ἡ, A. = ἀποπληξία, ἐμβροντησία , Hsch. :—alsoναισήματα, Id.